Ρεμπέτικο γλέντι για τα δικαστικά έξοδα του αγώνα ενάντια στο «Πολύγλωσσο Ν. Ιωνίας»

Στην Κατάληψη Πάτμου και Καραβία (Πατήσια) με την αλληλέγγυα συμμετοχή των Juras in Punk

Σάββατο, 25/4, 17:00

Η αλληλεγγύη όπλο των εργατών, πόλεμο στον πόλεμο των αφεντικών 

Περισσότερα για την υπόθεση εδώ, από το blog της Πρωτοβουλίας Εργαζομένων & Ανέργων στην Ιδιωτική Εκπαίδευση.

 

«Για το πόρισμα [της εργατικής διαφοράς] ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων δεν φέρει καμία ευθύνη, εκτός εάν αποδειχθεί ότι ενήργησε με δόλο, προκειμένου να προκαλέσει ζημία ή να αποφέρει αθέμιτο όφελος σε κάποιο από τα μέρη». (Νόμος 4808/2021, γνωστός και ως νόμος Χατζηδάκη, Άρθρο 122, Παράγραφος 6

Τι θα λέγατε αν
α) Το πόρισμα για μια εργατική διαφορά που διενεργήθηκε τον Φλεβάρη του ’25 έβγαινε 5 μήνες αργότερα, τον Ιούλιο,
β) Το πόρισμα που σας στάλθηκε με email δεν είχε πάνω ούτε ημερομηνία έκδοσης ούτε αριθμό πρωτοκόλλου,
γ) Το πόρισμά απλώς περιέγραφε μια εργοδοτική παράβαση αναφορικά με τον χρόνο εργασίας, αλλά δεν αποφάσιζε τίποτα σχετικά με αυτό, ενώ εσείς είχατε καταθέσει σαφή και αδιάσειστα στοιχεία: έναν πίνακα προσωπικού και δύο ατομικές συμβάσεις εργασίας, που αποδείκνυαν ότι στα «δίωρα» μαθήματα (στα οποία ο χρόνος διδασκαλίας σύμφωνα με τον ν. 4415/2016 και την υπουργική απόφαση 41919/909/2016 του υπουργείου Εργασίας θα έπρεπε να είναι 90 λεπτά και το διάλειμμα 30΄) η εργοδότρια σας έβαζε να δουλεύεται 100 λεπτά, δίνοντάς διάλειμμα 20 λεπτών, και στα «μιαμισάωρα» μαθήματα (στα οποία ο χρόνος διδασκαλίας θα έπρεπε να είναι 67,5 λεπτά και το διάλειμμα 22,5 λεπτά) η εργοδότρια σάς έβαζε να δουλεύεται 80 λεπτά, δίνοντάς σας διάλειμμα 10 λεπτών,
δ) Η επιθεωρήτρια εργασίας προχωρούσε σε δειγματοληπτικό και όχι εξαντλητικό έλεγχο (για 2 μήνες αντί για 8 που είχατε καταγγείλει) αναφορικά με τις αργίες και ημέρες διακοπών για τις οποίες δεν σας πλήρωσε η εργοδότριά σας, όπως θα όφειλε, και για τις οποίες έχετε κάνει καταγγελία στον ΕΦΚΑ ώστε να ελεγχθεί και η μη καταβολή ενσήμων,
ε) Η εργοδότρια σάς κατέβαλε εκπρόθεσμα τα επιδόματα αδείας του Δεκέμβρη του ’22 και ’23, δύο μήνες μετά από σχετική καταγγελία-υπόμνημα προς την επιθεώρηση εργασίας (Μάιος ’25) και μια μόλις βδομάδα πριν την κοινοποίηση της απόφασης σε εσάς (Ιούλιος ’25), σύμφωνα με την οποία δεν διαπιστώθηκε καμία σχετική εργοδοτική παράβαση,
στ) Στην πολυσέλιδη ένσταση που κάνατε μετά από ένα μήνα ενάντια στην απαράδεκτη απόφαση της επιθεωρήτριας εργασίας, η προϊσταμένη της υπηρεσίας σας απαντούσε λακωνικότατα ότι η απόφαση είναι καθόλα «σύννομη», χωρίς να αναφέρεται και χωρίς να αιτιολογείται κανένας από τους χειρισμούς της υφισταμένης της, την οποία εσείς καταγγείλατε στην ένστασή σας;

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, θα λέγατε ότι η Επιθεωρήτρια Εργασίας, η οποία εξέδωσε την αρχική απόφαση, ονόματι Μαυράκη, και η προϊσταμένη της, η οποία απάντησε στην ένσταση, ονόματι Μάντεση, φαίνεται να προσέφεραν ασυλία στην εργοδότριά σας για την παραβατική της συμπεριφορά.

Το ίδιο υποστηρίζει –και μαζί του κι εμείς– και ο πρώην εργαζόμενος του «Πολυγλώσσου Νέας Ιωνίας», Α.Ζ., ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτήν την κατάσταση.

Σύντομο χρονικό

Ο Α.Ζ. δούλευε στο κέντρο ξένων γλωσσών «Πολύγλωσσο Νέας Ιωνίας» για 2 χρόνια, από τον Σεπτέμβρη του 2022 έως τον Οκτώβρη του 2024 με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας και ενδιάμεσα διαστήματα ανεργίας (καλοκαίρι ’22 και ’23). Στο τέλος της δεύτερης σχολικής χρονιάς, τον Ιούνιο του 2024, ζήτησε από την εργοδότρια να εργαστεί τουλάχιστον 12 ώρες εβδομαδιαία (τουλάχιστον 3 ώρες ημερησίως για 4 μέρες την εβδομάδα), καθώς για τη μετακίνησή του στον χώρο εργασίας χρειαζόταν περίπου 2 ώρες.

Ο Σεπτέμβρης ήρθε και αντί για 12 ώρες, ο εργαζόμενος προσλήφθηκε για 6 ώρες, 2 μέρες την εβδομάδα για 3 ώρες. Μάλιστα του προτάθηκε να δουλέψει άλλη μια μέρα για 2 ώρες, κάτι που αρνήθηκε εξαιτίας της απόστασης του χώρου εργασίας. Επίσης, του δηλώθηκε ότι, αν βρίσκονταν επιπλέον ώρες, «ευχαρίστως» θα του δίνονταν. Δυο βδομάδες μετά την έναρξη των μαθημάτων, όμως, η εργοδότρια απαίτησε να δεχτεί ο εργαζόμενος τη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και συγκεκριμένα, μείωση του χρόνου εργασίας στο μισό, από 6 ώρες σε 3, αφαιρώντας 1 από τα 2 τμήματα στα οποία δίδασκε. Ο Α. αρνήθηκε, με αποτέλεσμα η εργασιακή σχέση να λήξει με ευθύνη της εργοδοσίας.

Ωστόσο, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Στη συνέχεια, ο εργαζόμενος ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της και ζήτησε να του καταβάλει το σύνολο των απλήρωτων δεδουλευμένων που του χρωστούσε, τα οποία αφορούσαν απλήρωτο χρόνο εργασίας, απλήρωτες αργίες και ημέρες διακοπών, στις αντίστοιχες αναλογίες αυτών στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως επίσης και στα επιδόματα αδείας και στις αποζημιώσεις μη ληφθείσης αδείας. Η εργοδότρια αρνήθηκε οποιαδήποτε οικονομική αξίωση, και το ίδιο έπραξε και δύο βδομάδες αργότερα σε δεύτερη τηλεφωνική συνομιλία. Στη συνέχεια, ο εργαζόμενος απευθύνθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, εκκινώντας τη διαδικασία της «εργατικής διαφοράς», η οποία διεξήχθη τον Φλεβάρη του ’25, ενώ το σχετικό πόρισμα βγήκε τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς!

Ο οργουελισμός της μη απόφασης και μη αιτιολόγησης

Στην απόφασή της η επιθεωρήτρια εργασίας δεν αποφαίνεται το παραμικρό για τον απλήρωτο χρόνο εργασίας κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων. Αρκείται απλώς να επαναλάβει αυτό που αναφέρει ο νόμος, ότι δηλαδή η διδακτική ώρα στα φροντιστήρια και τα κέντρα ξένων γλωσσών είναι 45 λεπτά της ώρας. Αυτή η μη γνωμοδότηση, όμως, συνιστά έμμεση απόρριψη του αιτήματος του εργαζομένου και άρρητη υποστήριξη της εργοδοσίας, γιατί, ενώ η εργοδότρια είχε παρανομήσει, δεν υποχρεώθηκε να αποζημιώσει τον εργαζόμενο για αυτή της την παραβατική συμπεριφορά, ούτε και της επιβλήθηκε κάποιο πρόστιμο. Στο πόρισμα, μάλιστα, δεν αναφέρονται καν οι λόγοι που οδήγησαν την επιθεωρήτρια σε αυτή τη (σιωπηρή) μη απόφαση, ενώ κατά τη διενέργεια της εργατικής διαφοράς είχε προβάλει το –παντελώς παράλογο και εξωφρενικό– επιχείρημα ότι δεν είχε προηγηθεί επιτόπια έρευνα για να διαπιστώσει αν όντως έλαβε χώρα η συγκεκριμένη παράβαση. Κι αυτό αναφορικά με μια εργασιακή σχέση που είχε λήξει πολλούς μήνες πριν!

Για την επιθεωρήτρια, τα τρία επίσημα έγγραφα που είχε καταθέσει η εργοδότρια στο Π.Σ. Εργάνη επί 3 συναπτά έτη δεν αρκούν για να αποδείξουν την αλήθεια των λεγομένων του εργαζόμενου. Ωστόσο, στον καπιταλισμό, οι ατομικές συμβάσεις εργασίας (υποτίθεται ότι) καθορίζουν και αντανακλούν με απόλυτους όρους την πραγματικότητα μιας εργασιακής σχέσης, τουλάχιστον ενώπιον του κράτους, στον βαθμό που δεν παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις. Είναι προφανές ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση η επανειλημμένη δήλωση της εργοδότριας πως το διάλειμμα είχε μικρότερη διάρκεια από το νόμιμο δεν δηλώνει απλώς τη βούλησή της, αλλά την πραγματικότητα της εργασιακής σχέσης, αφού μέσω του διευθυντικού δικαιώματος και του οικονομικού καταναγκασμού που συνιστά η συνθήκη της μισθωτής εργασίας, είχε την εξουσία να την επιβάλλει μετουσιώνοντάς την σε πραγματικότητα.

Σύμβαση σημαίνει συμφωνία μεταξύ δύο μερών, ακόμη και αν αυτό που συμφωνείται συνιστά παράβαση της εργατικής νομοθεσίας. Με άλλα λόγια, οι ατομικές συμβάσεις εργασίας δεν αναδεικνύουν απλώς τις επιθυμίες και τις προθέσεις των εργοδοτών αλλά την αλήθεια και την πραγματικότητα της εργασιακής σχέσης με την οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι/ες καθημερινά ως εργαζόμενοι/ες.

Ταυτόχρονα, μαζί με την απόφαση χάθηκε και η αιτιολογία της μη απόφασης, αφού οτιδήποτε και αν προφασιζόταν η επιθεωρήτρια, αυτό θα ήταν αντίθετο με την κοινή λογική και θα αποδείκνυε την –κρίνοντας εκ του αποτελέσματος– ξεκάθαρα φιλεργοδοτική στάση της. Έτσι, σε μια μνημειώδη στιγμή διοικητικής αυθαιρεσίας η εκπρόσωπος του μηχανισμού που (υποτίθεται πως) ελέγχει την τήρηση ή μη της εργατικής νομοθεσίας αποφάσισε αναιτιολόγητα να μην πάρει θέση.

Το ίδιο έπραξε και η προϊσταμένη της, η οποία δεν εξέφρασε την παραμικρή άποψη πάνω σε κανένα από τα σημεία που κατήγγειλε ο εργαζόμενος! Αντίθετα, επικαλέστηκε τον νόμο 4808/2021, που αφαιρεί την οποιαδήποτε (διοικητική και ενδεχομένως ποινική) ευθύνη από την υφισταμένη της, «εκτός αν αποδειχθεί ότι», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η κ. Μάντεση αντιγράφοντας το σχετικό εδάφιο του νόμου, «ενήργησε με δόλο προκειμένου να προκαλέσει ζημιά ή να αποφέρει αθέμιτο όφελος σε κάποιο από τα δύο μέρη». Τρέμε Όργουελ!

Μια αναιτιολόγητη και αναίτια δειγματοληψία

Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες υποτίθεται ότι οι μηχανισμοί και οι εκπρόσωποι της «δημόσιας διοίκησης» οφείλουν να απαντούν στα αιτήματα των πολιτών με τρόπο σαφώς διατυπωμένο και αιτιολογημένο, γιατί έτσι διασφαλίζονται τα δικαιώματά τους απέναντι σε ενδεχόμενες αυθαιρεσίες των κρατικών λειτουργών. Αυτό φυσικά ισχύει μόνο τυπικά, γιατί στην πράξη οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες φέρουν μια σειρά από ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έλεγχο της εργατικής τάξης και ιδιαιτέρως των πιο κάτω κομματιών της (βλ. μετανάστες/ριες, Ρομά κ.λπ.), διαμορφώνοντας ένα μωσαϊκό «δημοκρατικού» ολοκληρωτισμού, το οποίο σε καιρούς κρίσης ή και αδυναμίας του εργατικού κινήματος ενισχύεται ακόμη περισσότερο.

Σε αυτό το συνεχές κοινοβουλευτικής δημοκρατίας-ολοκληρωτισμού (υπό τη μορφή του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης), έγγραφα όπως αυτά της επιθεωρήτριας Μαυράκη και της προϊσταμένης της Μάνεση, αποδεικνύουν το σταδιακό και απροσχημάτιστο πέρασμα σε μια όλο και πιο ολοκληρωτικού τύπου διαχείριση της ταξικής πάλης υπέρ των αφεντικών, δίχως τις «ουδέτερες» διαιτητικές μάσκες του παρελθόντος. Αυτό φαίνεται όχι μόνο από τη στάση της επιθεωρήτριας (και της προϊσταμένης της) αναφορικά με την καταβολή των δεδουλευμένων που ήδη αναφέραμε, αλλά και τις αργίες και τις ημέρες διακοπών, όπως επίσης και με τα επιδόματα αδείας των δυο προαναφερθέντων μηνών.

Η κ. επιθεωρήτρια εντόπισε όντως παράβαση στο ζήτημα των αργιών και των ημερών διακοπών και επέβαλε στην εργοδότρια του Πολυγλώσσου Ν. Ιωνίας πρόστιμο (το ύψος του οποίου δεν μας κοινοποιήθηκε), με αποτέλεσμα η τελευταία να αναγκαστεί στη συνέχεια να καταβάλει τα χρήματα αυτά στον εργαζόμενα. Όμως τόσο ο έλεγχος του κρατικού οργάνου, όσο και η πληρωμή της εργοδότριας (που έγιναν μετά από σχετική καταγγελία του εργαζόμενου και η οποία συνοδεύτηκε από αντίστοιχη καταγγελία στον ΕΦΚΑ για την μη καταβολή των ενσήμων για τις μέρες αυτές) ήταν μερική ή μάλλον «δειγματοληπτική» κατά τη… διοικητική αργκό! Σκεφτείτε κάτι αντίστοιχο να συνέβαινε κατά την εξέταση κάποια υπόθεσης σε αστικό δικαστήριο, με τον/την πρόεδρο να δηλώνει ότι από τους 8 μήνες κατά τους οποίους κάποιος/α εργαζόμενος/η καταγγέλλει ότι ήταν απλήρωτος/η θα εξεταστούν για τον τάδε ή δείνα λόγο μόνο οι 2…

Ο χρόνος, η απόκρυψή του και η υποτίμηση των εργαζομένων

H απαξίωση των εργαζομένων όταν διεκδικούν το δίκιο τους ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας περνάει και μέσα από την καθυστερημένη έκδοση των αποφάσεων. Αντίστοιχα και πολλές φορές πολύ μεγαλύτερα διαστήματα «απαιτούνται» προκειμένου να εκδοθούν οι αποφάσεις του ΕΦΚΑ αναφορικά με καταγγελίες εργαζομένων για μη καταβολή ενσήμων, όπως επίσης και οι αποφάσεις των αστικών δικαστηρίων. Αυτή η καθυστέρηση αποτελεί στρατηγική επιλογή του κράτους για τον έλεγχο της εργασίας και υλοποιείται μέσα από ατομικούς χειρισμούς των κρατικών υπαλλήλων, δηλαδή σκόπιμη χρονοτριβή και παραπομπή των εργατικών διαφορών στα δικαστήρια, λειτουργώντας έτσι υπέρ των εργοδοτών. Οι τελευταίοι δεν αναγκάζονται να καταβάλουν αυτά που οφείλουν, ενώ οι εργαζόμενοι/ες εξωθούνται να καταβάλουν διόλου ευκαταφρόνητα ποσά σε περίπτωση που (δεν αποθαρρυνθούν από το να) ακολουθήσουν τη δικαστική οδό.

Υποτίμηση συνιστά και η απόκρυψη της ημερομηνίας έκδοσης των πορισμάτων της Επιθεώρησης, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Α.Ζ. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η χρονικότητα της έκδοσης του εν λόγω πορίσματος σε συνδυασμό με την πληρωμή του επιδόματος αδείας για τον Δεκέμβρη του ’22 και του ’23 από την εργοδότρια του Πολυγλώσσου Ν. Ιωνίας, μια μόλις βδομάδα πριν την κοινοποίηση του πορίσματος της κ. Μαυράκη στον εργαζόμενο.

Η εργοδότρια, λοιπόν, κατέβαλε εκπρόθεσμα και μάλιστα με τρομερή καθυστέρηση, 2 χρόνια και 7 μήνες μετά την πρώτη ημερομηνία και 1 χρόνο και 7 μήνες μετά τη δεύτερη, και 2 μήνες μετά από τη σχετική καταγγελία-υπόμνημα του εργαζομένου στην Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά «εμπρόθεσμα» για την επιθεωρήτρια, η οποία στην απόφασή της δήλωσε ότι κατά τον έλεγχο που διεξήγαγε (φυσικά δεν αναφέρει το πότε), δεν διαπίστωσε καμία παράβαση πάνω στο ζήτημα αυτό!

Ο γενικότερος ρόλος του Σώματος Επιθεώρηση Εργασίας

Η Επιθεώρηση Εργασίας ουδέποτε αποτέλεσε ένα καταφύγιο, στο οποίο οι εργαζόμενοι «βρίσκουν το δίκιο τους» όταν διεκδικούν απέναντι στα αφεντικά τους. Στην πραγματικότητα φτιάχτηκε ως ένας διαιτητικός μηχανισμός του οποίου ο ρόλος ήταν να εξομαλύνει τις ταξικές αντιπαραθέσεις. Όχι να καταργήσει την εκμετάλλευση –κάτι φύσει αδύνατο στον καπιταλισμό– αλλά να κατευθύνει τις ταξικές αντιπαραθέσεις σε όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα και ακίνδυνα μονοπάτια για τα αφεντικά, ώστε να μην διαταράσσεται η γενικότερη ταξική σύμπνοια και ειρήνη. Σε συμβολικό επίπεδο αυτό αντανακλάται και συμπυκνώνεται στον λογότυπό του, όπου τα τρία μέρη του (εργαζόμενοι/ες, αφεντικά και επιθεωρητές/ριες) έρχονται σαν τρία κομμάτια ενός παζλ να ενωθούν και να γίνουν ένα αρμονικό σύνολο.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πόσο φιλεργοδοτικές ή φιλεργατικές θα είναι οι αποφάσεις έχει να κάνει κυρίως με το επίπεδο των ταξικών αγώνων, την οικονομική συγκυρία και την επιθετικότητα του κράτους στην εργασία.

Σε κάθε περίπτωση, ορίζοντας των επιτόπιων ελέγχων και των πορισμάτων της Επιθεώρησης Εργασίας είναι η νομιμότητα, όπως αυτή ορίζεται από την νομοθεσία περί εργασίας και τις συλλογικές συμβάσεις, αλλά και τους όρους που καταγράφονται στις ατομικές συμβάσεις εργασίας που υπογράφουν οι εργαζόμενοι/ες –όταν υπογράφουν–, οι οποίοι δεν μπορούν να αντίκεινται στην εργασιακή νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις.

Φυσικά, στον (ελληνικό) καπιταλισμό η εκμετάλλευση εντός των νομίμων ορίων αποτελεί διαχρονικά την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Βέβαια, από το ξέσπασμα της κρίσης και έπειτα, τόσο τα νόμιμα όρια της εκμετάλλευσης (η εργασιακή νομοθεσία) όσο και ο έλεγχος και η επιβολή τους από τους επιμέρους κρατικούς μηχανισμούς (βλ. Επιθεωρήσεις Εργασίας, αστικά και ποινικά δικαστήρια κ.λπ.) υπέστησαν τρομερή καθίζηση. Κυρίως για το ντόπιο κομμάτι της εργατικής τάξης, γιατί για τους μετανάστες και τις μετανάστριες αυτή η συνθήκη ήταν παγιωμένη ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέσω των πολιτικών που καθιστούσαν (και καθιστούν) την παραμονή τους στη χώρα εξ ορισμού παράνομη και, συνεπώς, την εργασία τους πλήρως υποτιμημένη. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η καπιταλιστική αναδιάρθρωση όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης δεν τους υποτίμησε υπαρξιακά και εργασιακά ακόμη περισσότερο.

Έτσι, η Επιθεώρηση Εργασίας άρχισε να χάνει όλο και πιο φανερά, όλο και πιο έντονα τον όποιο διαιτητικό χαρακτήρα της και να μετατρέπεται σε μηχανισμό υπέρ των εργοδοτών. Σήμερα πλέον, αποφάσεις που δικαιώνουν τους/τις εργαζόμενους/ες στα αιτήματά τους φαίνεται να αποτελούν εξαίρεση, ενώ ένα πολύ μεγάλο κομμάτι τους ουσιαστικά παραπέμπει την επίλυση των εργατικών διαφορών στα αστικά δικαστήρια, με την Επιθεώρηση να δηλώνει ότι είναι αναρμόδια να αποφασίσει επί του τάδε ή του δείνα θέματος. Η φιλεργοδοτικότητα μιας τέτοιας παραπομπής συνίσταται στο ότι ο εργαζόμενος δεν δικαιώνεται απ’ την Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά θα πρέπει να απευθυνθεί στην αστική δικαιοσύνη, περιμένοντας ακόμη περισσότερο καιρό μέχρι να ικανοποιηθούν –αν τελικά ικανοποιηθούν– τα αιτήματά του, ξοδεύοντας ταυτόχρονα διόλου αμελητέα ποσά για τα αντίστοιχα δικαστικά έξοδα (δικαστικά παράβολα κ.λπ.).

Υπέρ των αφεντικών δεν είναι μόνο η συνολικότερη κοινωνικοπολιτική συγκυρία μέσα στην οποία εκδίδονται οι αποφάσεις της Επιθεώρησης, αλλά και το καθαυτό πλαίσιο που την διέπει. Με βάση τον νόμο που πέρασε το 2021 αναφορικά με τη λειτουργία της (ν. 4808/2021 «Για την Προστασία της Εργασίας – Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής «Επιθεώρηση Εργασίας» – Κύρωση της Σύμβασης 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την εξάλειψη της βίας και παρενόχλησης στον κόσμο της εργασίας), η υπηρεσία «ανεξαρτητοποιείται»1, με τις πολιτικές της, όμως, να συνεχίζουν να καθορίζονται κεντρικά από το Υπουργείο Εργασίας2, ενώ ταυτόχρονα καταργείται η δυνατότητα να προσφύγουν οι εργαζόμενοι σε δεύτερο βαθμό, ώστε να συζητηθεί εκ νέου η εργατική διαφορά. Καθοριστική είναι επίσης η κάλυψη που προσφέρει ο νόμος στον εκάστοτε επιθεωρητή και την εκάστοτε επιθεωρήτρια, καθώς ορίζει ότι ουδεμία (διοικητική ή ποινική) ευθύνη φέρουν για τα πορίσματα που εκδίδουν3, παρέχοντας τους ασυλία, ώστε να μπορούν να εκδίδουν εξόφθαλμα φιλεργοδοτικές αποφάσεις (όταν δεν στέλνουν αδικαιολόγητα υποθέσεις στο αρχείο)!

Σημαντική ασυλία στον ρόλο της Επιθεώρησης, που είναι όλο και πιο πρόδηλα προσανατολισμένος στα συμφέροντα των αφεντικών, παρέχει επίσης το εξαιρετικά ασαφές πλαίσιο με βάση το οποίο διενεργείται η διαδικασία της εργατικής διαφοράς.4 Συγκεκριμένα, ο πολυδιαφημισμένος αλλά ουσιαστικά και πρακτικά ανούσιος «Οδηγός επίλυσης εργατικών διαφορών από την Επιθεώρηση Εργασίας» έχει συμβουλευτικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα για το σύνολο σχεδόν των χειρισμών των επιθεωρητ(ρι)ών, ενώ ταυτόχρονα δεν τυποποιεί ούτε συγκεκριμενοποιεί βασικά σημεία της διαδικασίας. Για παράδειγμα, δεν αναφέρει το παραμικρό σχετικά με το τι συνιστά αποδεικτικό στοιχείο για τους ισχυρισμούς καθεμίας πλευράς, πόσο ισχυρή είναι η αποδεικτική αξία των όσων ορίζονται στις ατομικές συμβάσεις εργασίας και στους πίνακες προσωπικού ή ποιες παραβάσεις χρειάζεται να έχουν βεβαιωθεί μετά από επιτόπιο έλεγχο της υπηρεσίας.

Ένα απ’ τα ελάχιστα πράγματα που ορίζονται σαφώς από τον… «οδηγό» αλλά και απ’ τον ίδιο τον νόμο είναι ότι το πόρισμα θα πρέπει να εκδοθεί μέσα σε μια (1) εβδομάδα μετά τη διενέργεια της εργατικής διαφοράς.5 Τραγική ειρωνεία ή μήπως εμπαιγμός!


1 Στο άρθρο 104 με τίτλο «Λειτουργική Ανεξαρτησία» δηλώνεται: «Ο Διοικητής και τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης της Επιθεώρησης Εργασίας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δεσμεύονται μόνο από τον νόμο και τη συνείδησή τους και δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο ούτε σε διοικητική εποπτεία από κυβερνητικά όργανα ή άλλες διοικητικές αρχές ή άλλον δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό. Ο Διοικητής και τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας».
2 Στο άρθρο 106 με τίτλο «Σχέσεις με τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων», παράγραφος 2 δηλώνεται: «Ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μπορεί να υποβάλει στρατηγικές προτάσεις και να παρέχει στρατηγικές οδηγίες στην Επιθεώρηση Εργασίας σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό για την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής σε ζητήματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων της Επιθεώρησης Εργασίας και σε εξαιρετικές περιστάσεις. Οι στρατηγικές οδηγίες και οι προτάσεις δεν μπορούν να επεκταθούν σε οργανωτικά και λειτουργικά ζητήματα της Επιθεώρησης Εργασίας ή σε θέματα του προσωπικού αυτής».
3 Όπως ήδη αναφέραμε, το άρθρο 122 με τίτλο «Επιτάχυνση επίλυσης διαφορών στην Επιθεώρηση Εργασίας – Τροποποίηση του άρθρου 3Β του ν. 3996/2011», παράγραφος 6 ορίζει: «Για το πόρισμα αυτό ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων δεν φέρει καμία ευθύνη, εκτός εάν αποδειχθεί ότι ενήργησε με δόλο, προκειμένου να προκαλέσει ζημία ή να αποφέρει αθέμιτο όφελος σε κάποιο από τα μέρη».
4 Το άρθρο 122, παράγραφος 6 ορίζει ότι «Μετά το πέρας της συζήτησης συντάσσεται πρακτικό, που υπογράφεται από τα παριστάμενα μέρη και τον Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων, ο οποίος υποχρεούται στη διατύπωση άποψης επί της διαφοράς».
5 Το άρθρο 122, παράγραφος 6 ορίζει: «Ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων, αφού λάβει υπόψη του τις απόψεις των μερών και ελέγξει τα προσκομισθέντα στοιχεία, υποχρεούται να εκδώσει πόρισμα επί της διαφοράς εντός μίας (1) εβδομάδας από τη συζήτηση».


Ο δικός μας ρόλος

Σημαντικό ρόλο για την αντιδραστική εξέλιξη του ρόλου της Επιθεώρησης Εργασίας έχει και η απουσία ακηδεμόνευτου και μαχητικού εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος από τα κάτω. Γιατί όσους νόμους και να περάσει το κράτος στο κοινοβούλιο, υπάρχει και το πραγματικό δίκαιο, αυτό του δρόμου και του αγώνα που αν το θελήσει, μπορεί να πετάξει τον… διαιτητικό –αλλά κατ’ ουσίαν φιλεργοδοτικό– μηχανισμό στα σκουπίδια.

Γι’ αυτό και εμείς στηρίζουμε και θα συνεχίζουμε να στηρίζουμε τον πρώην εργαζόμενο του «Πολυγλώσσου Νέας Ιωνίας» μέχρι τέλους, μέχρι την πλήρη δικαίωσή του, η οποία περνάει και μέσα από την έμπρακτη εναντίωση στην προκλητική απόφαση της επιθεωρήτριας εργασίας κ. Μαυράκη και την εξίσου απαράδεκτη απάντηση της κ. Μάντεση στην ένσταση του Α.Ζ.

Τίποτα δεν τελείωσε.

Όλα συνεχίζονται!