Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ira. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ira. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

μεγάλες στιγμές του ιμπεριαλισμού: μνήμη μπόμπι σαντς












το π.γ. της κ.ε. του πλοκ πιστό στις αντιιμπεριαλιστικές του αρχές (= πιστό στο κλίκ-πέητ) αποφασίζει με κοοπτάτσια την επιβολή μιας νέας μόνιμης στήλης που θα αναρτάται κάθε τετάρτη με τίτλο "μεγάλες στιγμές του ιμπεριαλισμού," στην οποία θα σχολιάζονται παλιά ή νέα λόγια και έργα των διαφόρων κηνσόρων του ιμπεριαλισμού.

στις 5 Μαίου συμπληρώθηκαν 43 χρόνια από την ημέρα που ο Μπόμπι Σαντς πέθανε σε ηλικία 27 χρονών κατά την διάρκεια της απεργίας πείνας των ιρλανδών αγωνιστών φυλακισμένων. ο Μπόμπι Σαντς γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1954 στο Dunmurry της επαρχίας Αντρίμ κοντά στο Μπέλφαστ. όταν ήταν 7 χρονών η οικογένεια του αναγκάστηκε να μετακομίσει στο Rathcoole του Μπέλφαστ λόγω του τραμπουκισμού που βίωνε από τους προτεστάντες γείτονες. το Rathcoole ήταν μικτή περιοχή και ο Σαντς μεγάλωσε μέσα στην βία και τις συγκρούσεις μεταξύ καθολικών και προτεσταντών και στα 15 του ξεκίνησε να δουλεύει ως μηχανικος λεωφορείων. στην δουλειά του συνέχισε να βιώνει απειλές και κακοποίηση από συναδέλφους του που ήταν μέλη της νεολαίας της προτεσταντικής παρακρατικής ενωσιακής uda (ulster defence association, ένωση υπεράσπισης του Όλστερ). όταν το 1971, σε ηλικία 17 χρονών τον απείλησαν με πιστόλι να μην ξαναπάει στην περιοχή του εργοστασίου γιατί ήταν περιοχή προτεσταντών, και τότε αποφάσισε ότι ο μόνος τρόπος να προστατευτεί ήταν να γίνει μέλος του IRA. το 1972, η οικογένεια του αναγκάστηκε να φύγει από το Rathcoole και να μετακομίσει στην αμιγώς καθολική περιοχή Twinbrook μετά από επιθέσεις προτεσταντών. τον Οκτώβριο του 1972 συνελήφθη για πρώτη φορά, καθώς βρέθηκαν όπλα στην κατοχή του, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση μέχρι τον Απρίλιο του 1976. τον Οκτώβριο του 1976 συμμετείχε στην βομβιστική επίθεση σε επιπλοποιία στην οδό Shankill (γνωστή ως το κύριο προπύργιο των προτεσταντών παρακρατικών) και στην προσπάθεια του να διαφύγει συνελήφθη μαζί με άλλα 5 άτομα, μεταξύ των οποίων ο Joe McDonnell, που στην συνέχεια επίσης πέθανε 3 μήνες μετά τον Μπόμπι στην απεργία πείνας και θάφτηκε δίπλα του. ο Μπόμπι καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση για κατοχή όπλου και φυλακίστηκε στην φυλακή του Μπέλφαστ, γνωστή και ως Crumlin Road. αργότερα μεταφέρθηκε στην διαβόητη φυλακή Maze Prison ή γνωστότερη ως Long Kesh στο Maze της επαρχίας Ντάουν.

στις 14 Νοεμβρίου 1976 ξεκίνησε στο Long Kesh η διαμαρτυρία της κουβέρτας, κατά την οποία οι φυλακισμένοι μαχητές του IRA και των άλλων ένοπλων οργανώσεων αρνήθηκαν να φορέσουν τις στολές των φυλακισμένων. ήταν αντίδραση στην τακτική της βρετανικής κυβέρνησης να καταργήσει την ειδική κατηγορία φυλακισμένου που προβλεπόταν για τους φυλακισμένους του IRA και σύμφωνα με την οποία η μεταχείριση τους ήταν ανάλογη με αυτή των αιχμαλώτων πολέμου και δεν ήταν υποχρεωμένοι να φορούν τις στολές των φυλακισμένων ή να συμμετέχουν στις εργασίες της φυλακής. η βρετανική κυβέρνηση το 1976 κατάργησε την κατηγορία του αιχμαλώτου πολέμου για να ταυτίσει τους μαχητές του IRA με ποινικούς κρατούμενους και να μην αναγνωρίσει την κατάσταση πολέμου που κυριαρχούσε στην Βόρεια Ιρλανδία και τον εθνικοαπελευθερωτικό-αντιιμπεριαλιστικό (και ταξικό θα προσθέσω εγώ) χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα του ιρλανδικού ρεπουμπλικανισμού. έτσι, οι φυλακισμένοι αγωνιστές, μην αναγνωρίζοντας το καθεστώς του ποινικού κρατουμένου και απαιτώντας να αναγνωριστούν ως αιχμάλωτοι πολέμου, αρνήθηκαν να φορέσουν τις στολές και ήταν γυμνοί καλύπτοντας το σώμα τους μόνο με τις κουβέρτες που τους έδιναν.

το 1978 η διαμαρτυρία της κουβέρτας κλιμακώθηκε στην "βρώμικη διαμαρτυρία" ως απάντηση στην απομόνωση που προβλεπόταν για φυλακισμένους που έριχναν ξύλο σε δεσμοφύλακες. αφού οι κρατούμενοι έσπασαν τα κελιά τους και οι αρχές των φυλακών αφαίρεσαν τα κρεβάτια και τους άφησαν μόνο με στρώματα και δεν τους επέτρεπαν να βγουν έξω για να αδειάσουν τους τενεκέδες με τα ούρα τους, αποφάσισαν να πασαλείβουν τους τοίχους των κελιών με τα σκατά τους. το βασανιστήριο με το οποίο απάντησαν οι αρχές ήταν περιοδικά να τους βγάζουν έξω με την βία, να απολυμαίνουν τα κελιά και να τους κουρεύουν και να τους πλένουν παρά την θέληση τους. ταυτόχρονα, με την αγωνιστική στάση των κρατουμένων, οι αρχές αποφάσισαν να καταργήσουν και το δικαίωμα μείωσης της ποινής λόγω καλής διαγωγής, μείωσαν από 4 σε 1 τις μηνιαίες επισκέψεις των συγγενών και χειροτέρευσαν το φαγητό. έξω από την φυλακή, ο IRA απάντησε με δολοφονίες αξιωματούχων και υπαλλήλων των φυλακών.

με την ιμπεριαλιστική κατοχική βρετανική κυβέρνηση να αρνείται να επαναφέρει το καθεστώς των ειδικών κρατουμένων, φυλακισμένοι αποφάσισαν να προχωρήσουν στο έσχατο μέτρο πίεσης, την απεργία πείνας. η πρώτη απεργία πείνας, αντίθετη με την θέληση του IRA, ξεκίνησε στις 27 Οκτωβρίου 1980 με απόφαση του διοικητή των φυλακισμένων, τον αείμνηστο αγωνιστή Μπρένταν Χιουζ. ο Χιουζ μαζί με τους Tom McFeely, John Nixon, Sean McKenna, Tommy McKearney και Raymond McCartney έκαναν απεργία πείνας για 53 ημέρες. την 1η Δεκεμβρίου τους ακολούθησαν και οι Mairéad Farrell, Mary Doyle και Mairead Nugent από τις γυναικείες φυλακές της επαρχίας Αρμάχ. τον 2ο μήνα της απεργίας η βρετανική κυβέρνηση πρότεινε στον Χιουζ συμβιβασμό. ο Χιους διέταξε την διακοπή της απεργίας πιστεύοντας ότι η πρόταση της απεργίας ήταν ειλικρινής και επειδή και ο Sean McKenna είχε πέσει σε κώμα. με την διακοπή της απεργίας, η έγγραφη πρόταση της κυβέρνησης ήταν μπλόφα, καθώς προέβλεπε την παροχή πολιτικών ρούχων εγκεκριμένων από την φυλακή αντί του δικαιώματος να φορούν τα δικά τους ρούχα. 

έτσι πήραν την απόφαση να ξεκινήσουν απεργία πείνας ξανά, με τον Μπόμπι Σαντς πλέον ως διοικητή των φυλακισμένων, να αρχίζει πρώτος την 1η Μαρτίου 1981. στις 5 Μαρτίου πέθανε ο ρεπουμπλικάνους βουλευτής του βρετανικού κοινοβουλίου για τις επαρχίες Φερμάναχ και Νότιο Ταϊρόουν Frank Maguire. η τακτική των ιρλανδών εθνικιστών ήταν να εκλέγονται στο βρετανικό κοινοβούλιο αλλά να απέχουν από τις διαδικασίες. έτσι, με τον θάνατο του Maguire πάρθηκε η απόφαση να τεθεί ο Μπόμπι υποψήφιος για την έδρα με σκοπό την άσκηση πίεση προς την θάτσερ για να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των κρατουμένων απέναντι σε έναν ετοιμοθάνατο βουλευτή. ο Σαντς κέρδισε την έδρα με 30,492 ψήφων έναντι 29,046 του προτεστάντη υποψήφιου και πρώην προέδρου του ulster unionist party (ενωτικό κόμμα του Όλστερ). η θάτσερ, ωστόσο, αρνήθηκε τα αιτήματα και δήλωσε: "Δεν είμαστε διατεθειμένοι να εξετάσουμε το καθεστώς ειδικής κατηγορίας για συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων που εκτίουν ποινές για εγκλήματα. Το έγκλημα είναι έγκλημα είναι έγκλημα, δεν είναι πολιτικό." ο Μπόμπι αποφάσισε να συνεχίσει. ο εκπρόσωπος του πάπα ιωάννη παύλου και αξιωματούχοι του συμβουλίου της ευρώπης τον επισκέφτηκαν για να τον μεταπείσουν. ο υπουργός προεδρίας για την Βόρεια Ιρλανδία humphrey atkins δήλωσε: "Αν ο κ. Σαντς επέμεινε στην απόφαση την να αυτοκτονήσει, αυτή ήταν δική του επιλογή. Η Κυβέρνηση δεν θα του επέβαλε ιατρική φροντίδα με την βία."

ο Μπόμπι πέθανε στις 5 Μαίου 1981 μετά από 66 ημέρες απεργίας πείνας. πάνω από 100 χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν το σώμα του στην κηδεία του στο New Republican Plot του Νεκροταφείου του Milltown στο Μπέλφαστ, όπου είναι θαμμένοι άλλοι 76 αγωνιστές του IRA, μαζί με άλλους 34 σε άλλο σημείο του νεκροταφείου, στο County Antrim Memorial Plot. στην απεργία πείνας πέθαναν 10 αγωνιστές κρατούμενοι, 7 του IRA και 3 του INLA (Ιρλανδικός Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός), μέχρι την λήξη της απεργίας στις 3 Οκτωβρίου:

Μπόμπι Σαντς (IRA): 5 Μαίου - 66 ημέρες - 27 χρονών
Francis Hughes (IRA): 12 Μαίου - 59 ημέρες - 25 χρονών
Raymond McCreesh (IRA):  21 Μαίου - 61 ημέρες - 24 χρονών
Patsy O'Hara (INLA): 21 Μαίου - 61 ημέρες - 23 χρονών
Joe McDonnell (IRA): 8 Ιουλίου - 61 ημέρες - 29 χρονών
Martin Hurson (IRA): 13 Ιουλίου - 46 ημέρες - 24 χρονών
Kevin Lynch (INLA): 1 Αυγούστου - 71 ημέρες - 25 χρονών
Kieran Doherty (IRA): 2 Αυγούστου  - 73 ημέρες - 25 χρονών
Thomas McElwee (IRA): 8 Αυγούστου - 62 ημέρες - 23 χρονών
Michael Devine (INLA): 20 Αυγούστου - 60 ημέρες - 27 χρονών

μαζί τους έκαναν απεργία οι παρακάτω και την σταμάτησαν είτε λόγω σοβαρών βλαβών, είτε λόγω του ότι τους έβγαλαν από την απεργία πείνας οι γονείς τους (απαίτησαν ιατρική βοήθεια), είτε επειδή τελείωσε η απεργία στις 3 Οκτωβρίου:

Brendan McLaughlin (IRA): 26 Μαίου - 13 ημέρες (εσωτερική αιμορραγία)
Paddy Quinn (IRA): 31 Ιουλίου - 47 ημέρες (τον έβγαλε η οικογένεια του)
Pat McGeown (IRA): 20 Αυγούστου - 42 ημέρες (τον έβγαλε η οικογένεια του)
Matt Devlin (IRA): 4 Σεπτεμβρίου - 52 ημέρες (τον έβγαλε η οικογένεια του)
Laurence McKeown (IRA): 6 Σεπτεμβρίου - 70 ημέρες (τον έβγαλε η οικογένεια του)
Bernard Fox (IRA): 24 Σεπτεμβρίου - 32 ημέρες (απόφραξη νεκρού)
Liam McCloskey (INLA): 26 Σεπτεμβρίου - 55 ημέρες (έπεσε σε κώμα και τον έβγαλε η οικογένεια του)
Patrick Sheehan (IRA): 3 Οκτωβρίου - 55 ημέρες
Jackie McMullan (IRA): 3 Οκτωβρίου - 48 ημέρες
Hugh Carville (IRA): 3 Οκτωβρίου - 34 ημέρες
John Pickering (IRA): 3 Οκτωβρίου - 27 ημέρες
Gerard Hodgins (IRA): 3 Οκτωβρίου - 20 ημέρες
James Devine (IRA): 3 Οκτωβρίου - 13 ημέρες

το 1979 ο Μπόμπι έγραψε μέσα στην φυλακή το αυτοβιογραφικό βιβλίο One Day in My Life, που κυκλοφόρησε το 1983 μετά τον θάνατο του από τον εκδοτικό οίκο Mercier Press. το έγραψε σε χαρτί τουαλέτας με μελάνι που είχε κρύψει στο στόμα του όσο ήταν αιχμάλωτος πολέμου στα H-Blocks του Long Kesh και περιγράφει την ψυχική και σωματική καταρράκωση της διαμαρτυρίας της κουβέρτας και της βρώμικης διαμαρτυρίας, τις κακοποιήσεις από τους δεσμοφύλακες, αλλά και την αμετακίνητη θέληση των αγωνιστών για την ανεξαρτησία της Βόρειας Ιρλανδίας και την ελευθερία. δεν είναι τυχαίο ότι διαρκώς αναφέρεται στις φυλακές με ονόματα ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. ο γ.γ. του πλοκ μεταφράζει κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα.

Ένας γαμιόλης άρχισε να γιουχάρει και να φωνάζει από πάνω από την πτέρυγα προσπαθώντας να διακόψει το μάθημα των Γαέλικων αλλά τα παλικάρια συνέχισαν, αγνοώντας τον. Αυτό συνέβαινε όλη την ώρα. Οι γαμιόληδες, αφού δεν κατάφερναν τίποτα, σύντομα βαριόντουσαν και έφευγαν. Κάθησα ξανά πάνω στο στρώμα, το σώμα μου πονούσε παντού, οι μελανιές γίνονταν όλο και πιο σκούρες όσο περνούσαν οι ώρες. Ήμουν πολύ κουρασμένος, εξαντλιόμουν εύκολα, μην έχοντας πρόσβαση στη γυμναστική ή στον καθαρό αέρα για τόσο καιρό, και σκυλοβαριόμουν. Η σκέψη της απογευματινής επίσκεψης δεν με άφηνε να σκεφτώ. Αλλά, έλεγα στον εαυτό μου, πάντα υπάρχει κάποιος άλλος σε χειρότερη κατάσταση από σένα, και θυμόμουν πολύ καλά τους νεκρούς συντρόφους μου και τις οικογένειες τους.

"Τουλάχιστον μπορώ να σε βλέπω μια φορά τον μήνα," θα έλεγε η μητέρα μου. "Καλύτερα εκεί που είσαι παρά στο Νεκροταφείο του Milltown."

Αλλά υπήρχαν φορές που το Milltown θα ήταν η προτιμότερη εναλλακτική ότι τα πράγματα γίνονταν τόσο αβάσταχτα που δεν σε ένοιαζε καθόλου αν ζούσες ή πέθαινες, αρκεί να ξέφευγες από αυτόν τον κολασμένο εφιάλτη. Δεν πεθαίνουμε έτσι κι αλλιώς, σκέφτηκα. Δεν εκφυλίζονται τα σώματα μας μέσα σε αυτό το αδιέξοδο; Τώρα είμαι ένα ζωντανό πτώμα. Πως θα είμαι σε έξι μήνες; Θα είμαι ζωντανός σε έναν χρονο; Αυτό η σκέψη συνήθιζε να με ανησυχεί, καθώς στριφογυρνούσε στο μυαλό για ατέλειωτες ώρες. Αλλά όχι πια! Γιατί αυτό είναι το μόνο πράγμα που τους έχει απομείνει για να μου κάνουν: να με σκοτώσουν. Αυτό το έχω καταλάβει εδώ και καιρό και ο Θεός ξέρει ότι δεν ο λόγος που δεν το έχουν καταφέρει μέχρι τώρα δεν είναι επειδή δεν το θέλουν. Μπορούν να με κάνουν ότι θέλουν αλλά δεν θα τους προσκυνήσω, ούτε θα τους επιτρέψω να με κάνουν εγκληματία.

Με ξαφνιάζει να ακούω τον εαυτό μου να λέει ότι είμαι προετοιμασμένος να πεθάνω παρά να υποκύψω στα βασανιστήρια τους και γνωρίζω ότι δεν είμαι μόνος μου, ότι πολλοί από τους συντρόφους μου υποστηρίζουν το ίδιο. Και σκέφτομαι ξανά τους νεκρούς συντρόφους μου. Οι φίλοι που στέκονταν δίπλα μου την μία μέρα και ήταν βρέθηκαν νεκροί την επόμενη. Αγόρια και κορίτσια ακριβώς σαν κι εμένα, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στα εθνικιστικά γκέτο του Μπέλφαστ για να δολοφονηθούν από ξένουν στρατιώτες και γλοιώδεις ρατσιστές υπανθρώπους. Πόσοι και πόσες από εμάς έχουν δολοφονηθεί από τα χέρια τους στις κατεχόμενες Έξι Επαρχίες. Πάρα πολλοί! Ακόμα και να ήταν μόνο ένα αγόρι ή ένα κορίτσι θα ήταν πάρα πολύ. Πόσοι παραπάνω Ιρλανδοί θα πεθάνουν; Πόσες ακόμα ζωές θα χαθούν μέχρι να αποφασίσουν οι Βρετανοί ότι έχουν δολοφονήσει αρκετούς και να αναγκαστούν να φύγουν από την Ιρλανδία για πάντα; Μέσα και έξω από την φυλακή είναι ακριβώς το ίδιο - η καταπίεση σε συνθλίβει από κάθε πλευρά. Κάθε γωνία που έχει έναν Βρετανό στρατιώτη με όπλο, κάθε γωνία που έχει υπομείνει το δικό της μερίδιο των βασανιστηρίων και της θλίψης στα χέρια τους.

Ήμουν περήφανος που αντιστεκόμουν, που πολέμησα. Δεν μπορούσαν να μας νικήσουν έξω - μας βασανίζουν χωρίς οίκτο μέσα στις τρύπες τους και έχουν αποτύχει και πάλι να μας νικήσουν. Φοβόμουν αλλά ήξερα ότι δεν θα παραδοθώ ποτέ. Θα αντιμετώπιζα την αυτοκρατορική δύναμη ολόκληρου του οπλοστάσιου των βασανιστηρίων τους αλλά δεν θα υπέκυπτα. Σύρθηκα μέσα στις κουβέρτες μου για να τις τυλίξω γύρω μου και ξάπλωσα ελπίζοντας να με πάρει ο ύπνος για λίγο. Οι γαμιόληδες θα γύριζαν μετά τις οχτώμιση. Ο 'Β-' θα ερχόταν πίσω στις 8.30 το βράδυ απόψε και αναρωτήθηκα ποιος θα ήταν ο αντικαταστάτης του μέχρι τότε. Θα το μάθω σύντομα, σκέφτηκα, κλείνοντας το περιβάλλον έξω από τα μάτια μου και το μυαλό μου. (pp. 54-56).

Άφησα τον Seán να συζητήσει με τα παλικάρια στα παράθυρα τι είχε γίνει και άρχισα να περπατάω ξανά, έχοντας στο νου μου ότι μπορεί να με φώναζαν για την επίσκεψη μου από λεπτό σε λεπτό. Ο ξυλοδαρμός των δύο παλικαριών - και του Pee Wee O'Donnell νωρίτερα - είχα προσωρινά ρίξει τον ενθουσιασμό μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω να τους σκέφτομαι να είναι πεσμένοι στα σανίδια, στην πτέρυγα της τιμωρίας, όπου πιθανότατα δέχονταν άλλο έναν κτηνώδη ξυλοδαρμό από τα χέρια των σαδιστών γαμιόληδων που διοικούσαν κατάλληλα αυτό το άντρο των βασανιστηρίων που βρισκόταν μέσα ένα άντρο βασανιστηρίων.

Γνώριζα πολύ καλά πως ήταν εκεί μέσα. Ήταν ο τρόμος όλων μας. Η πτέρυγα της τιμωρίας ήταν συνώνυμη με τα βασανιστήρια, την κτηνωδία και την απανθρωπιά. Ακόμα και οι γαμιόληδες το ήξεραν αλλα δεν τολμούσαν να το πουν. Πέρασα τρεις μέρες εκεί πριν μερικούς μήνες - τρεις από τις μεγαλύτερες και πιο δυσβάχταχτες μέρες ολόκληρης της ζωής μου. Οι γαμιόληδες με άρπαξαν γυμνό από το κελί μου και με μετέφεραν στην πτέρυγα της τιμωρίας μέσα σε ένα βαν με μαυρισμένα παράθυρα. Καθώς έβγαινα από το βαν όταν φτάσαμε με άρπαξαν από όλα τα άκρα μου και άρχισαν να με γρονθοκοπούν και να με κλωτσούν στο έδαφος. Δεν είχα πει ούτε μια λέξη, τίποτα που να έμοιαζε με απειλή. Ήμουν ένας Ρεπουμπλικάνος στην διαμαρτυρία της κουβέρτας και αυτό αρκούσε για να με ξυλοκοπήσουν. Μόλις είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ τι είχε συμβεί ή τι συνέβαινε όταν με τράβηξαν από τα μαλλιά και με έσυραν σε κάτι μπάζα στην είσοδο της πτέρυγας της τιμωρίας. Ένας από αυτούς πάτησε το κουδούνι για να έρθουν να ανοίξουν την πύλη και να μας βάλουν μέσα. Ήμουν πεσμένος στα πόδια τους, ζαλισμένος, σοκαρισμένος και λαχανιασμένος. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και ένιωθα σαν να φλεγόταν το σώμα μου, αφού είχα κοπεί παντού στο γυμνό μου δέρμα από το άγριο τσιμέντο. Το πρόσωπο μου ήταν ζεστό και υγρό από το αίμα που έβγαινε από ένα κόψιμο στο κεφάλι μου. Ήμουν ακίνητος κι έκανα τον ψόφιο κοριό, ελπίζοντας πως θα ήταν ικανοποιημένοι ότι είχα χάσει τις αισθήσεις μου. Το μάγουλο μου ακουμπούσε πάνω στην κρύα σκληρή μαύρη επιφάνεια, αλλά το σώμα μου δεν ένιωθα το κρύο που δάγκωνε. Μουρμούρισα το "Άβε Μαρία" και μια βιαστική "Προσευχή Μετάνοιας" καθώς άκουσα να έρχεται όλο και πιο κοντά ο ήχος των κλειδιών. Πολλά χέρια με γάντια άρπαξαν και τέντωσανν τα χέρια και τα πόδια μου σηκώνοντας το σώμα μου από το έδαφος και κουνώντας με προς τα πίσω με μια κίνηση. Το σώμα μου τινάχτηκε με όλο το βάρος του μπροστά και το κεφάλι μου τσακίστηκε πάνω στο κυματοειδές σίδερο της πύλης. Καθώς με πέταξαν στο έδαφος ένιωσα σαν ο ουρανός να είχε πέσει πάνω μου. Με την δεύτερη πρόσκρουση ένα κύμα από μικροσκοπικά άσπρα αστράκια έσκασε εμπρός από τα μάτια μου σαν πυροτεχνήματα που ξαφνικά σβήστηκαν από ένα σύννεφο μαυρίλας. Επανήλθα στις αισθήσεις μου ξαπλωμένος στο πάτωμα ενός από τα κελιά της πτέρυγας της τιμωρίας.

Άνοιξα τα μάτια μου. Το κεφάλι μου γύριζε. Το δυνατό φως στο ταβάνι είχε σπειροειδή μορφή και με τύφλωνε. Ο πονοκέφαλος ήταν τεράστιος και αρρωστημένος. Ολόκληρο το σακατεμένο σώμα μου είχε παραδοθεί στον πόνο. Ήμουν καρφωμένος στο έδαφος, φοβόμουν να κουνηθώ, με την γεύση του αίματος στα πρησμένα χείλη μου, και πάλευα να καταλάβω που ήμουν και τι είχε συμβεί. Το τσιμεντένιο πάτωμα ήταν απίστευτα παγωμένο και ήξερα ότι έπρεπε να σηκωθώ αλλιώς θα πάθαινα πνευμονία. Πρώτα σηκώθηκα αργά στα γόνατα μου. Ένιωσα σαν οι τοίχοι να μου είχαν χιμήξει. Έπεσα. Μετά από μια αιωνιότητα ξαναπροσπάθησα αν και οι σπασμοί από τους πόνους είχαν κάνει το σώμα μου σχεδον ανάπηρο. Κατάφερα να σταθώ στα γόνατα μου. Το δέρμα μου έκαιγε καθώς η γεμάτη πληγές και εκδορές σάρκα μου άγγιζε το κρύο πάτωμα. Σηκώθηκα. Κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου. Σχεδόν ξαναέπεσα αλλά με την βοήθεια του τοίχου τρίκλισα στο τσιμέντο που λειτούργησε σαν σκαμνί και έγειρα πάνω του. Ένιωθα σαν να ήμουν ετοιμοθάνατος. Ήμουν τόσο απορροφημένος από τον πόνο και το σοκ που δεν ήξερα τι να κάνω. Απλά δεν ήμουν σε θέση να σκεφτώ. Η κάθε παραμικρή κίνηση του σώματος μου με έκανε να τρέμω και μου κοβόταν η ανάσα από τον πόνο. Ήμουν στα πρόθυρα του να ουρλιάξω όταν η πόρτα του κελιού άνοιξε και αποκαλύφθηκε η φιγούρα ενός ασπροντυμένου νοσηλευτή που μπήκε μέσα στο κελί. Ο περήφανος γαμιόλης μαζί με τον ασπροντυμένο άρχισαν να με εξετάζουν, ψαχουλεύοντας το σώμα μου, πιέζοντας και σκαλίζοντας με τα δάχτυλα τους, μιμούμενοι τις κινήσεις των γιατρών, προσπαθώντας να εντυπωσιάσουν το κοινό των γαμιόληδων που στεκόταν γύρω από την είσοδο του κελιού.

Έχοντας ολοκληρώσει τις παρατηρήσεις του, ή ότι είχε τέλος πάντων κάνει, με ενημέρωσε αλαζονικά ότι για να με δει γιατρός και να λάβω φροντίδα έπρεπε πρώτα να κάνω μπάνιο. Τον κοίταξα μην μπορώντας να το πιστέψω. Επανέλαβε ότι είχε μόλις πει με έναν πιο αυστηρό και απειλητικό τόνο. Ήξερε τι έκανε. Ήξερε ότι ήμουν τραυματισμένος και σε ανάγκη άμεσης ιατρικής παρακολούθησης, αλλά με απειλούσε, με εκβίαζε. Εκτός αυτού, πονούσα τόσο πολύ που μετά βίας μπορούσα να κουνηθώ, πόσο μάλλον να κάνω μπάνιο, και δεν είχα καμία πρόθεση να σπάσω τον αγώνα μου. Πληγωμένος ή ετοιμοθάνατος, δεν επρόκειτο να υποκύψω σ' αυτόν ή σε οποιονδήποτε άλλο. Ήξερα τι επρόκειτο να γίνει. Το τελεσίγραφο του μετατράπηκε σε διαταγή.

"Άντε ψόφα!" είπα οργισμένα. Η συμμορία των τραμπούκων με σήκωσε χωρίς οίκτο για τα τραύματα μου, όπως κάποιος θα σήκωνε ένα σωρό κουρέλια και με κουβάλησε στην ήδη γεμάτη μπανιέρα, και με πέταξε στο νερό σαν μια μπάρα σαπουνιού.

Σε κάθε μέρος του σώματος μου ένιωθα ανελέητες σουβλιές καθώς το παραγεμισμένο με απολυμαντικά νερό επιτέθηκε στην γυμνή άγρια σάρκα μου. Έκανα μια άμεση και θαρραλέα προσπάθεια να βγω από το παγωμένο σουβλιστό νερό αλλά οι γαμιόληδες με κράτησαν κάτω ενώ ένας τους άρχισε να τρίβει την ήδη κομματιασμένη πλάτη μου με ένα βαρύ σφουγγάρι. Πονούσα σαν να με κόβουν και πάλευα να απελευθερωθώ αλλά όσο περισσότερο πάλευα τόσο πιο δυνατά με κρατούσαν. Δάκρυα άρχισαν να έρχονται στα μάτια μου. Θα ούρλιαζα αν είχα δύναμη να πάρω ανάσα. Συνέχισαν να τρίβουν κάθε μέρος του βασανισμένου σώματος μου, ρίχνοντας κουβάδες παγωμένου νερού και υγρού σαπουνιού πάνω μου. Θυμάμαι αμυδρά να με βγάζουν από το κρύο νερός - ο σαδιστής γαμιόλης είχε αρπάξει τους όρχεις μου και έτριβε το όργανο μου. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι. Κατέρρευσα.

Με πήγαν στο νοσοκομείο της φυλακής τυλιγμένο σε μια μεγάλη κουβέρτα, και ο γιατρός με εξέτασε. Έμεινα εκεί για δύο ώρες και αφού με ράψανε σαν μούμια, με μαυρισμένο το ένα μάτι και εφτά ράμματα στο κεφάλι, επέστρεψα στο κελί της τιμωρίας. Έκατσα εκεί τυλιγμένος με μια σιχανερή κουβέρτα που βρωμούσε ούρα και παλιό καπνό. Είχα ανακτήσει τον αυτοέλεγχο μου παρότι ήμουν λίγο αποπροσανατολισμένος και προσπαθούσα ακόμα να βάλω σε τάξη το φριχτό βασανιστήριο που πέρασα. Αλλά όλα αυτά σύντομα επισκιάστηκαν από την σκέψη του τι θα ακολουθούσε. Κανένας δεν μπορούσε να κάνει κάτι για μένα. Δεν μπορούσα να πω σε κανέναν ότι ήμουν απομονωμένος, ολομόναχος και εκτεθειμένος. Ήμουν εντελώς στο έλεος τους και είχα ήδη συνειδητοποιήσει και μάθει ότι δεν γνώριζαν τι σημαίνει αυτή η λέξη. Ίσως το χειρότερο απ' όλα ήταν ότι πάγωνα από το κρύο, ανίκανος να περπατήσω και να κάνω κάτι για να ζεσταθώ και με λυπόμουν. Οι γαμιόληδες ήρθαν αργότερα μέσα στην ημέρα και με έσυραν έξω από το κελί για να εμφανιστώ γυμνός μπροστά στον Διευθυντή της Φυλακής για να δικαστώ από το τυπικό γελοίο δικαστήριο τους. Στεκόμουν γυμνός μπροστά τους, εξευτελισμένος και ταπεινωμένος, με το κεφάλι μου να είναι έτοιμο να σπάσει από τον πόνο του ξυλοδαρμού. Μου απήγγειλαν την κατηγορία ότι "παράκουσα μια διαταγή" - δηλαδή ότι αρνήθηκα να συνεργαστώ με τον γαμιόλη μου που προσπαθούσε να ελέγξει τον πρωκτό μου. Με άλλα λόγια, αρνήθηκα κατηγορηματικά να το επιτρέψω. Αλλά η κατηγορία ήταν ότι χρειάστηκαν τρεις ή τέσσερις να με κρατήσουν για να με ελέγξουν. Ο αναφερόμενος γαμιόλης ήταν αυτός με την άσπρη ποδιά. Μικρή σημασία θα είχε αν ήταν νευροχειρουργός, καθώς ο σκοπός ήταν να με υποβαθμίσουν και να με εξευτελίσουν, κάτι που αποτελούσε τμήμα της συνολικής τακτικής των βασανιστηρίων που είχαν στόχο να σπάσουν την αντίσταση μας. Διαπίστωσαν ότι ήμουν ένοχος - όχι ότι περίμενα τίποτα άλλο - και καταδικάστηκα σε τρεις μέρες παραμονής στα κελιά της τιμωρίας, και σίτισης με αυτό που ευγενικά ονομαζόταν "διατροφή νούμερο ένα," δηλαδή ένα γεύμα πείνας. Επίσης έχασα έναν μήνα μείωσης ποινής, το αντίστοιχο δηλαδή έκτισης φυλάκισης δύο μηνών! Για να δέσουν το γλυκό, κατηγορήθηκα ότι επιτέθηκα στους τέσσερις γαμιόληδες που σχεδόν με δολοφόνησαν εκείνο το πρωί, και, σαν να μην έφτανε αυτό, κατηγορήθηκα ότι προκάλεσα τραύματα στον εαυτό μου και με ενημέρωσαν πλαγίως ότι αν τολμούσα να διαμαρτυρηθώ επισήμως, αυτό θα επέσυρε την κατηγορία της συκοφαντίας κατά σωφρονιστικών υπαλλήλων. Πως μπορείς να νικήσεις, σκέφτηκα, και μου ήρθε να κάνω εμετό καθώς με έσερναν ξανά στο κελί μου, λέγοντας μου ότι θα εμφανιζόμουν προ του Συμβουλίου των Επιθεωρητών. Θα έμενα εκεί τρεις μέρες, και θα επέστρεφα εκεί στο τέλος του μήνα για άλλες δεκαπέντε μέρες. Το Συμβούλιο των Επιθεωρητών θα το εξασφάλιζε.

Το κελί ήταν παγωμένο, γυμνό και μοναχικό. Είχα βρεθεί άλλη μια φορά εκεί και έτσι ήξερα πόσο μοναχικό και αβάσταχτο θα γινόταν. Μια σανίδα πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμα θα ήταν το κρεβάτι μου, μια πλάκα τσιμέντου το τραπέζι μου και ένα κομμάτι τσιμένο το σκαμνί μου. Μια βίβλος, ένα δοχείο ούρων και ένα δοχείο με νερό ήταν τα μόνα ορατά αντικείμενα. Έμεινα εκεί για τρεις μέρες, ξυλοκοπήθηκα ακόμα δύο φορές αλλά όχι τόσο άγρια όσο την πρώτη φορά. Όταν χρειαζόταν να αδειάσω την βρώμα από το δοχείο προσπαθούσαν να με εκβιάσουν.

"Βάλε τα ρούχα της φυλακής για να το αδειάσεις," μου έλεγαν.

Αρνήθηκα. Έτσι τα ούρα ξεχείλισαν στο πάτωμα και έμειναν εκεί. Εγώ έσερνα τα πόδια μου ανάμεσα τους. Έπρεπε να ζεσταθώ. Το σώμα μου ήταν συνεχώς μουδιασμένο. Τις δύο πρώτες μέρες μπορούσα μετά βίας να περπατήσω και γινόμουν όλο και πιο αδύναμος ως αποτέλεσμα του γεύματος πείνας, που αποτελούνταν από δύο φέτες ψωμί, ξερές και μπαγιάτικες, και μια κούπα χλιαρό μαύρο τσάι για πρωινό. Για μεσημεριανό έτρωγα ένα μικρό μπολ νεροζούμι. Το απογευματινό μου τσάι ήταν το ίδιο με του πρωινού. Την τρίτη μέρα κατέρρευσα και έπεσα στο παγωμένο τσιμεντένιο πάτωμα. Ανέκτησα τις αισθήσεις μου κάποια στιγμή αργότερα με προσπάθεια.

Όταν επέστρεψα στο H-Block ακόμα και οι γαμιόληδες με κοίταζαν σοκαρισμένοι από την θανατερή όψη μου. Ήμουν σωματικά ερείπιο και πνευματικά εξουθενωμένος. Η πείνα, οι ξυλοδαρμοί, ο εξαναγκαστικός καθαρισμός, η βαρεμάρα και το κρύο παρέμειναν στο μυαλό μου, αφήνοντας βαθιά μέσα μου σημάδια μίσους, έχθρας και σκέψεων εκδίκησης. Δύο εβδομάδες αργότερα υπέμεινα άλλες δεκαπέντε μέρες εκεί. Ήταν ο ίδιος εφιάλτης, αλλά πολλαπλασιασμένος επί πέντε. Ζούσα σαν ένα τρελαμένο ζώο, τρώγοντας με τα χέρια μου. Κάθε τρεις μέρες με άφηναν πεινασμένο και εγώ ξανασερνόμουν μέσα στην βρώμα και στην λίγδα, κάνοντας γυμναστική για να ζεσταθώ, υπομένοντας τους ξυλοδαρμούς, προσευχόμενος, κλαίγοντας στον ύπνο μου, πάντα παλεύοντας την παρόρμηση να υποκύψω, να παραδοθώ.

Αλλά επέζησα. Τους νίκησα ξανά. Τα υπόγεια των βασανιστηρίων και οι σαδιστές που τα επάνδρωναν είχαν καταστρέψει το σώμα μου αλλά είχαν αποτύχει να σπάσουν το πνεύμα μου. Τρεις εβδομάδες πέρασαν μέχρι να γιατρευτώ από την βασανιστική δοκιμασία μου. Το μυαλό μου δεν θα γιατρευτεί ποτέ. Μόνο ο Θεός ξέρει πόσοι από εμάς έχουν υποβληθεί σε αυτό τον εφιάλτη. Ο καημένος ο Pee Wee και τα άλλα δύο παλικάρια θα το περνάνε όλο αυτό το βασανιστήριο τώρα. Αναρωτιόμουν πόσοι ακόμα θα το περάσουν και πόσος καιρός θα περάσει μέχρι κάποιος να ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου. "Που θα τελειώσει όλο αυτό;" αναρωτιόμουν καθώς καθόμουν και πάλι πάνω στο στρώμα μου. (pp. 61-68)

μεγάλες στιγμές του ιμπεριαλισμού: ποιος δεν μιλά για την λαμπρή γιορτή ξανανιωμού;













(η Διακήρυξη της Δημοκρατίας της 24ης Απριλίου 1916, υπογεγραμμένη από τους Thomas J. Clarke, Seán Mac Diarmada, Thomas MacDonagh, P. H. Pearse, Éamonn Ceannt, James Connolly, Joseph Plunkett)

το π.γ. της κ.ε. του πλοκ πιστό στις αντιιμπεριαλιστικές του αρχές (= πιστό στο κλίκ-πέητ) αποφασίζει με κοοπτάτσια την επιβολή μιας νέας μόνιμης στήλης που θα αναρτάται κάθε τετάρτη με τίτλο "μεγάλες στιγμές του ιμπεριαλισμού," στην οποία θα σχολιάζονται παλιά ή νέα λόγια και έργα των διαφόρων κηνσόρων του ιμπεριαλισμού.

ένα από τα αγαπημένα τραγούδια του μικρού σ. γ.γ. των μικρών οκτωβριστών είναι το "Ποιος Δεν Μιλά για την Λαμπρή Γιορτή Ξανανιωμού;" του Μίκη Θεοδωράκη (και γενικά έχει κόλλημα με τα πολιτικά τραγούδια του θεοδωράκη). η λαμπρή γιορτή ξανανιωμού αναφέρεται στην Εξέγερση του Πάσχα του 1916 στην Ιρλανδία, η οποία έλαβε χώρα πριν από 96 χρόνια περίπου τέτοιες μέρες, και ξεκίνησε την Δευτέρα του Πάσχα των καθολικών στις 24 Απριλίου 1916 και έληξε με την ήττα των επαναστατών στις 29 Απριλίου.

η κατοχή της Ιρλανδίας από το βρετανικό στέμμα ξεκίνησε με την εισβολή των αγγλονορμανδών στα τέλη του 12ου αιώνα, κατά την βασιλεία του ερρίκου του 2ου. μέχρι το 1542 η Ιρλανδία διοικούνταν από νορμανδούς ευγενείς της δυναστείας του πλανταγενέτων και με την άδεια του πάπα. το 1542 ο ερρίκος ο 8ος την ανακήρυξε σε βασίλειο, με αυτόν ως βασιλιά. η μορφή της βρετανοκρατούμενης Ιρλανδίας με την μορφή που την γνωρίζουμε άρχισε να συντελείται στον 17ο αιώνα, όταν οι βρετανοί άρχισαν να μετακινούν στην Ιρλανδία σκοτσέζους προτεστάντες και να τους δίνουν γη που αφαιρούσαν από τους ιρλανδούς καθολικούς, δημιουργώντας την Φυτεία του Όλστερ (Όλστερ ονομάζεται ακόμα και σήμερα από τους προτεστάντες βασιλικούς και τους άγγλους η περιοχή των 6 επαρχιών που ακόμα και σήμερα βρίσκονται υπό την κατοχή του ηνωμένου βασιλείου - Αντρίμ, Αρμάχ, Ντάουν, Ντέρρυ, Ταϊρόουν, Φερμάναχ - και οι τρεις επαρχίες της βόρειας ανεξάρτητης Ιρλανδίας - Κάβαν, Μόναχαν, Ντόνεγκαλ), και βγάζοντας εκτός νόμου τους καθολικούς κληρικούς, που οδήγησε στην κρατική κυριαρχία της αγγλικανικής-προτεσταντικής εκκλησίας. μετά την εισβολή της Ιρλανδίας από τον κρόμγουελ το 1653 και την νίκη του βασιλιά γουλιέλμο της αγγλίας και της ολλανδίας επί των υποστηρικτών του οίκου των στιούαρτ το 1691, σχεδόν ολοκληρωτικά η ιρλανδική γη είχε αφαιρεθεί από τους καθολικούς. 

η ήττα των ιρλανδών από τον γουλιέλμο αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα από τα τρία γεγονότα στην ιστορία της Ιρλανδίας που έχει έναν διαχρονικό συμβολισμό για τον ιρλανδικό ρεπουμπλικανισμό και συνέβαλε στην ένοπλη εξέγερση του IRA το 1969. από το 1796 και κάθε χρόνο στις 12 Ιουλίου, οι πιστοί στο στέμμα και στην αγγλία προτεστάντες του πορτοκαλί τάγματος και μέλη των προτεσταντικών παραστρατιωτικών οργανώσεων παρελαύνουν στην Βόρεια Ιρλανδία για να τιμήσουν την νικηφόρα για την βρετανία Μάχη του Μπόιν του 1690, περνώντας προκλητικά μέσα από περιοχές καθολικών, σε πολλές περιπτώσεις σκοτώνοντας ή αφήνοντας στους μπάτσους να σκοτώσουν καθολικούς. τον Ιούλιο του 1969, μπάτσοι σκότωσαν έναν καθολικό στο Dungiven κατά την διάρκεια συγκρούσεων. αντίστοιχα, κάθε 12 Αυγούστου οι προτεστάντες στο Ντέρρυ γιορτάζουν την λήξη της πολιορκίας του Ντέρρυ του 1689, και προκαλούν τους καθολικούς. τον Αύγουστο του 1969 έγινε ίσως το βασικό γεγονός που πυροδότησε την απαρχή των Troubles, η Μάχη του Μπογκσάιντ στο Ντέρρυ, όταν προτεστάντες προκάλεσαν καθολικούς που είχαν οργανώσει αντισυγκεντρώσεις αυτοάμυνας και συγκρούστηκαν με τους προτεστάντες προβοκάτορες και το κράτος, οδηγώντας σε τραυματισμούς χιλίων ατόμων και την έναρξη ένοπλων συγκρούσεων στο Μπέλφαστ.

η πρώτη σημαντική εξέγερση εναντίον της βρετανικής κατοχής της Ιρλανδίας οργανώθηκε από την Ιρλανδική Καθολική Συνομοσπονδία (αποτελούμενη από πρώην γαιοκτήμονες και ευγενείς που απώλεσαν την γη τους) και έλαβε χώρα μεταξύ 1641 και 1642. διεξάχθηκε στο πλαίσιο του πολέμου των τριών βασιλείων κατά μήκος των βρετανικών νησιών μεταξύ 1641 και 1653, όταν νίκησαν οι κοινοβουλευτικοί με ηγέτη τον κρόμγουελ και ίδρυσαν την κοινοπολιτεία, το πρώτο ενιαίο βρετανικό κράτος που περιλάμβανε την Ιρλανδία και την Σκωτία.

το δεύτερο γεγονός που έχει διαμορφώσει τον ιρλανδικό ρεπουμπλικανισμό είναι η Εξέγερση του 1798 (24 Μαίου-17 Οκτωβρίου). η εξέγερση οργανώθηκε από την Ένωση Ενωμένων Ιρλανδών, η οποία, από ειρωνεία της ιστορίας, αποτελούνταν από πρεσβυτεριανούς προτεστάντες που, διαφωνώντας με τις διακρίσεις εναντίον των καθολικών και την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων τους, συμμάχησαν με την καθολική οργάνωση των Υπερασπιστών και εξεγέρθηκαν με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας της αγγλίας και του στέμματος στην Ιρλανδία και την δημιουργία ενός δημοκρατικού κράτους στα πρότυπα της Γαλλικής Επανάστασης. η συντριπτική ήττα τους και η εκτέλεση του προτεστάντη ηγέτη της εξέγερσης Γουλφ Τόουν αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εκδηλώσεις μνήμης των ιρλανδών εθνικιστών, που συγκεντρώνονται (μέχρι πρόσφατα με ένοπλα αποσπάσματα) κάθε 20 Ιουνίου - ημερομηνία γέννησης του Τόουν - στον τάφο του στο Bodenstown, στην ανεξάρτητη Ιρλανδία.

στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, στην Ιρλανδία υπήρξε το κίνημα που απαιτούσε την νομοθέτηση αυτόνομης κυβέρνησης/αυτοδιοίκησης από τους ιρλανδούς στα πλαίσια του ηνωμένου βασιλείου (home rule). το 1912 δημοσιεύτηκε από την βρετανική βουλή των κοινοτήτων το νομοσχέδιο για την αυτόνομη κυβέρνηση, και το 1914 ψηφίστηκε σε νόμο (Home Rule Act), όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ αφενός λόγω του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και αφετέρου γιατί στο Όλστερ οι προτεστάντες ίδρυσαν την παρακρατική Αμυντική Δύναμη του Όλστερ (uvf) για να μην αφήσουν να εφαρμοστεί, οδηγώντας σε όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ καθολικών/εθνικιστών και προτεσταντών/ενωτικών. από την μεριά τους, οι καθολικοί/εθνικιστές δημιούργησαν τον Στρατό των Ιρλανδών Πολιτών για την περιφρούρηση των εργατικών κινητοποιήσεων του 1913 στο Δουβλίνο, στις οποίες 20 χιλιάδες ιρλανδοί εργάτες συγκρούστηκαν με την αστυνομία και τους εργοδότες που έκαναν lockout στα εργοστάσια τους όταν οι εξαθλιωμένοι εργάτες απαίτησαν καλύτερες συνθήκες εργασίας, αξιοπρεπή στέγαση και την δυνατότητα να συνδικαλίζονται. οι ιδρυτές του Στρατού των Ιρλανδών Πολιτών (ICA) (και την ίδια εποχή και του Ιρλανδικού Εργατικού Κόμματος) ήταν ο James Larkin, άγγλος συνδικαλιστής με σημαντική δράση και μετέπειτα στέλεχος της Κομιντέρν και της Προφιντέρν, και φυσικά τον Τζέημς Κόννολι.

η ήττα των εργατικών κινητοποιήσεων του Δουβλίνου και η τρομοκρατία που ακολούθησε στα εργοστάσια οδήγησαν στην συνειδητοποίηση ότι η ένοπλη εξέγερση για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας ήταν ο μοναδικός τρόπος για την βελτίωση της διαβίωσης των εργατών που πεινούσαν. όταν ο Larkin έφυγε για την αμερική το 1914 για να μαζέψει χρήματα για τα ιρλανδικά συνδικάτα και την πολιτοφυλακή του ICA, ο Κόννολι - που διακήρυσσε την σοσιαλιστική επανάσταση και την ταξική ενότητα καθολικών και προτεσταντών - ανέλαβε τα ηνία του ICA και σταδιακά τον μετέτρεψε σε παραστρατιωτική οργάνωση προοριζόμενη για την ένοπλη σύγκρουση με την βρετανία και τους ενωτικούς. αυτό έγινε όταν συνειδητοποίησε ότι μια αντίστοιχη καθολική οργάνωση, οι Ιρλανδοί Εθελοντές, οι οποίοι ιδρύθηκαν το 1913 από την παλαιότερη εθνικιστική καθολική Ιρλανδική Ρεπουμπλικανική Αδελφότητα (IRB) - στην οποία συμμετείχαν και εργοδότες που είχαν διώξει εργάτες στο lockout του Δουβλίνου, είχαν αρχίσει να εξοπλίζονται και να οργανώνονται σαν στρατός ως απάντηση στην αντίστοιχη προτεσταντική uvf. το άλλο γεγονός που οδήγησε τον Κόννολι στην υιοθέτηση της στρατιωτικής/ένοπλης λογικής ήταν η έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τον οποίο θεώρησε ως ευκαιρία για σαμποτάζ εναντίον του ηνωμένου βασιλείου. με άλλα λόγια, οι άπαρχες της σύγχρονης μορφής του ιρλανδικού "εθνικιστικού" ρεπουμπλικανισμού έχει μεν ως κύρια βάση και αναφορά την καθολική κοινότητα-πλειοψηψία στο νησί, όμως βρίσκονται επίσης στον μαρξισμό, στον σοσιαλισμό, στην ταξική πάλη, και στον αντιιμπεριαλισμό και είχε ως στόχο όχι μόνο την ανεξαρτησία προς όφελος των καθολικών αλλά και το ταξικό αγκάλιασμα των προτεσταντών εργατών του Όλστερ.

η οργάνωση της εξέγερσης ξεκίνησε παράλληλα και χωρίς να γνωρίζει ο ένας τα σχέδια του άλλου από την IRB και τον ICA με την έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, με το σκεπτικό της εκμετάλλευσης της στρατιωτικής εμπλοκής της βρετανίας και την παρεμπόδιση της στρατολόγησης ιρλανδών στον πόλεμο. οι βασικοί ιθύνοντες της IRB για την στρατιωτική οργάνωση των Εθελοντών ήταν οι Tom Clarke, Seán Mac Diarmada, Patrick Pearse, Michael Joseph O’Rahilly, Joseph Plunkett, Éamonn Ceannt, Eoin MacNeill και Bulmer Hobson. η IRB πρόκρινε την συνεργασία με την κυβέρνηση της γερμανίας, η οποία έστειλε όπλα και πυρομαχικά μέσω θαλάσσης στις ιρλανδικές ακτές. τον Ιανουάριο του 1916, η IRB αποφάσισε την έναρξη της εξέγερσης από κοινού με τον ICA και συγκροτήθηκε εφταμελές στρατιωτικό συμβούλιο αποτελούμενο από τους Clarke, Mac Diarmada, Pearse, Plunkett, Ceannt, Κόννολι και Thomas MacDonagh. οι Εθελοντές και ο ICA ήδη πραγματοποιούσαν ανοιχτά και δημόσια ένοπλες διαδηλώσεις και στρατιωτικές ασκήσεις.

στο μεταξύ οι βρετανικές αρχές είχαν μάθει τόσο για τις προετοιμασίες της εξέγερσης όσο και για τις αποστολές οπλισμού από την γερμανία - τις οποίες κατέσχεσαν - αλλά και για την ημέρα έναρξης της εξέγερσης, την Κυριακή του πάσχα, 23 Απριλίου. έτσι, το στρατιωτικό συμβούλιο έδωσε εντολή για την έναρξη της εξέγερσης στις 24 Απριλίου, Δευτέρα του πάσχα.

το πρωί της 24ης Απριλίου, ένοπλοι και ένοπλες του ICA, των Εθελοντών, του Συμβουλίου των Ιρλανδών Γυναικών (Cumann na mBan, ένοπλη γυναικεία οργάνωση) και των Στρατιωτών της Ιρλανδίας (Fianna Éireann, νεολαιίστικη εθνικιστική οργάνωση) κατέλαβαν κεντρικά σημεία του Δουβλίνου, όπως το Δημαρχείο του Δουβλίνου, εργοστάσια, σιδηροδρομικούς σταθμούς, το Άλσος του Άγιου Στέφανου, τα δικαστήρια και τα Γραφεία του Ταχυδρομείου, τα οποία έγιναν το αρχηγείο των εξεγερμένων υπό την διοίκηση του Κόννολι, και από όπου ο Πάτρικ Πιρς διάβασε δημόσια την Διακήρυξη της Δημοκρατίας. η πρώτη σημαντική μάχη της εξέγερσης σημειώθηκε όταν οι επαναστάτες προσπάθησαν να καταλάβουν το Κάστρο του Δουβλίνου, όπου στεγάζονταν οι διοικητικές και κυβερνητικές υπηρεσίες των άγγλων. εκεί υπήρξε ο πρώτος νεκρός των άγγλων, ένας μπάτσος από τα χέρια του Κόννολι. οι ένοπλοι απέτυχαν να καταλάβουν το κάστρο λόγω υπεραριθμίας και υπεροπλίας των άγγλων, και κατέληξαν να προσπαθούν να κάμψουν την αντίσταση των άγγλων από το δημαρχείο. εκεί σκοτώθηκε από άγγλο ελεύθερο σκοπευτή ο πρώτος νεκρός των εξεγερμένων Seán Connoly.

την Τρίτη 25 Απριλίου, η βρετανική κατοχική κυβέρνηση κήρυξε στρατιωτικό νόμο, ανακατέλαβε το δημαρχείο και άλλα κτίρια και εκμεταλλευόμενη την αριθμητική και εξοπλιστική αδυναμία των εξεγερμένων μετέφερε μέσω του Λιμανιού του Δουβλίνου χιλιάδες ενισχύσεις από την βρετανία και το Μπέλφαστ. το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο Πιρς, ως πρόεδρος της δημοκρατίας, διάβασε μπροστά στην Κολώνα του Νέλσον ένα μανιφέστο προς τους κατοίκους του Δουβλίνου, καλώντας του να καταταχθούν στις δυνάμεις των εξεγερμένων.

οι τρεις σημαντικότερες μάχες της εξέγερσης ήταν: 

1) η Μάχη της Γέφυρας της Mount Street, όπου μια ομάδα 17 Εθελοντών κράτησε την γέρφυρα για 9 ώρες εναντίον του βρετανικού τάγματος εθνοφυλάκων "ρομπέν των δασών," δύναμης 1750 ανδρών, και κατάφερε να σκοτώσει 28 άγγλους και να τραυματίσει γύρω στους 200, ενώ έχασε μόνο 4 ενόπλους.

2) η Μάχη του Συλλόγου του Νότιου Δουβλίνου (σύλλογος που περιέθαλπτε άπορους εργάτες), όπου οι εξεγερμένοι πέτυχαν σημαντικά πλήγματα κατά των βρετανών υπό την διοίκηση του θρυλικού Cathal Brugha - στρατιωτικός διοικητής των Εθελοντών και στην συνέχεια του IRA στον ιρλανδικό εμφύλιο όπου σκοτώθηκε - που τραυματίστηκε σοβαρά στην μάχη.

3) η περιοχή του North King Street στα δικαστήρια, την οποία κράτησαν οι ένοπλοι μέχρι και την παράδοση τους, αφού πρώτα σκότωσαν 11 και τραυμάτισαν 28 άγγλους που είχαν συντριπτική υπερολία. μετά την παράδοση, οι άγγλοι προχώρησαν σε θηριωδίες, εισβάλλοντας σε σπίτια της περιοχής και σφάζοντας με τις ξιφολόχγες τους άοπλους πολίτες.

εκτός του Δουβλίνου δεν σημειώθηκαν σημαντικές μάχες, πέρα από επιθέσεις σε στρατώνες και σε αστυνομικά τμήματα σε Ashbourne (επαρχία Meath), Enniscorthy (επαρχία Westford, όπου πραγματοποιήθηκε και η τελευταία μάχη της Εξέγερση του 1798), στο Γκάλγουει και στο Λίμερικ, χωρίς όμως αξιοσημείωτη δράση.

η υπεροχή των βρετανών σε προσωπικό και όπλα, και η έλλειψη πλατιάς στρατολόγησης και οπλισμού από πλευράς των εξεγερμένων οδήγησε σε απώλεια των σημείων που είχαν καταληφθεί. το τάγμα του αρχηγείου στα Γραφεία του Ταχυδρομείου αναγκάστηκε να εκκενώσει την βάση του όταν ξέσπασε φωτιά στο κτίριο, και έστησε νέα βάση στην Moore Street, με σκοπό να πραγματοποιήσει έξοδο υπό την καθοδήγηση του κομμουνιστή Seán McLoughlin. ο Κόννολι είχε τραυματιστεί σοβαρά από σφαίρα στο πόδι και την ηγεσία του ηγετικού τάγματος πέρασε στον Πιρς, ο οποίος το Σάββατο 29 Απριλίου διέταξε την χωρίς όρους παράδοση των εξεγερμένων για να μην χαθούν κι άλλες ζωές.

ο προσωρινός στρατιωτικός κυβερνήτης της Ιρλανδίας john maxwell διέταξε να συλληφθούν οι υπεύθυνοι για την εξέγερση. συνελήφθησαν πάνω από 4 χιλιάδες άτομα, μεταξύ των οποίων και 425 που απαλλοτρίωσαν φαγητό και άλλα προϊόντα κατά την διάρκεια της εξέγερσης. με απόφαση του maxwell, 187 άτομα πέρασαν στρατοδικείο κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς την δυνατότητα υπεράσπισης ή την παρουσία ενόρκων. η έδρα των στρατοδικείων αποτελούνταν από στρατιωτικούς διοικητές που κατέστειλαν την εξέγερση, κάτι που απαγορευόταν ακόμα και από τους στρατιωτικούς κανόνες της αποικιακής βρετανίας. 90 άτομα καταδικάστηκαν σε θάνατο και 14 πρωτεργάτες της εξέγερσης εκτελέστηκαν, κατηγορούμενοι ως μέλη του - τότε - Σιν Φέιν:

- στις 3 Μαίου οι Πάτρικ Πιρς (36 χρονών), Thomas MacDonagh (38 χρονών, διοικητής του 2ου Τάγματος των Εθελοντών), Tom Clarke (58 χρονών). και οι 3 ήταν μέλη της IRB και του στρατιωτικού συμβουλίου της εξέγερσης και συνυπογράφοντες της Διακήρυξης της Δημοκρατίας.

- στις 4 Μαίου οι Joseph Plunkett (28 ετών, συνυπογράφων της Διακήρυξης), William Pearse (34 ετών, αδερφός του Πάτρικ Πιρς), Edward Daly (25 χρονών, διοικητής του 1ου Τάγματος των Εθελοντών) and Michael O'Hanrahan (39 χρονών, υποδιοικητής του 2ου Τάγματος των Εθελοντών). και οι 4 ήταν μέλη της IRB.

- στις 5 Μαίου ο John MacBride (47 ετών, υποδιοικητής του 4ου Τάγματος των Εθελοντών, μέλος της IRB).

- στις 8 Μαίου οι Éamonn Ceannt (34 ετών, διοικητής του 4ου Τάγματος των Εθελοντών, συνυπογράφων της Διακήρυξης, μέλος της IRB), Michael Mallin (41 ετών, υποδιοικητής του ICA), Seán Heuston (25 ετών, διοικητής του 5ου Λόχου των Fianna Éireann) και Con Colbert (27 ετών, σωματοφύλακας του Clarke, μέλος της IRB).

- στις 12 Μαίου οι Τζέημς Κόννολι (47 ετών) και Seán Mac Diarmada (33 ετών, μέλος της IRB). και οι 2 ήταν συνυπογράφοντες της Διακήρυξης και μέλη του στρατιωτικού συμβουλίου της εξέγερσης.

συνολικά στην εξέγερση επίσημα σκοτώθηκαν 260 πολίτες, 82 ένοπλοι εξεγερμένοι (64 Εθελοντές, 15 του ICA και 3 των Fianna Éireann), 126 του βρετανικού στρατού, και 17 μπάτσοι. τραυματίστηκαν 2200 πολίτες και εξεγερμένοι, 370 στρατιώτες και 29 μπάτσοι.

η Εξέγερση του Πάσχα του 1916 ήταν η πρώτη σύγχρονη έκφραση αυτού που αποκλήθηκε physical force republicanism, δηλαδή του βίαιου-ένοπλου ρεπουμπλικανισμού ως λύση για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας από την κατοχή του βρετανικού ιμπεριαλισμού. το Σιν Φέιν μέχρι τότε ήταν πολύ μικρότερο σε δύναμη από την IRB ή τον ICA (βασικά δεν υποστήριζε καν την ίδρυση μιας ανεξάρτητης ιρλανδικής δημοκρατίας), όμως τα γεγονότα της εξέγερσης το κατέστησαν την κύρια μορφή έκφρασης του ιρλανδικού ρεπουμπλικανισμού. το 1917 το Σιν Φέιν διακήρυξε ως στόχο του την ίδρυση της ιρλανδικής δημοκρατίας. οι παράγοντες που οδήγησαν στην εξέγερση του 1916 - οι προσπάθειες των άγγλων να επιστρατεύσουν βίαια ιρλανδούς στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η μη εφαρμογή του Home Rule Act, οι συνθήκες εξαθλίωσης της καθολικής κοινότητας - ήταν οι ίδιοι που οδήγησαν το Σιν Φέιν στην συντριπτική νίκη των εκλογών του Δεκεμβρίου του 1918 (46,9% έναντι 25,3% της προτεσταντικής φιλοβρετανικής Ιρλανδικής Ενωτικής Συμμαχίας). η απόφαση των Σιν Φέιν να μην καταλάβει τις κοινοβουλευτικές έδρες στο βρετανικό κοινοβούλιο (πάγια τακτική των ιρλανδών ρεπουμπλικάνων εθνικιστών) και η ίδρυση της ανεξάρτητης επαναστατικής Dáil Éireann (Εθνοσυνέλευσης της Ιρλανδίας) κατέληξαν στην διαμόρφωση του αρχικού IRA και στον Ιρλανδικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας μεταξύ 1919 και 1921. τα υπόλοιπα είναι γνωστά και αποτελούν το τρίτο γεγονός που καθόρισε τον χαρακτήρα του ιρλανδικού εθνικιστικού ρεπουμπλικανισμού: η διχοτόμηση της Ιρλανδίας στις 26 επαρχίες του ανεξάρτητου ιρλανδικού κράτους και στις 6 του λεγόμενου Όλστερ που παρέμειναν ως Βόρεια Ιρλανδία τμήμα του ηνωμένου βασιλείου, ο κατοπινός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του ιρλανδικού κράτους που δημιουργήθηκε από την αγγλοϊρλανδική συνθήκη του 1921 και του Anti-Treaty IRA, που ηττήθηκε στον εμφύλιο. έτσι λοιπόν τα 3 κύρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου ιρλανδικού εθνικιστικού ρεπουμπλικανισμού είναι το αίσθημα της καταπίεσης της καθολικής κοινότητας από τους προτεστάντες, είναι η ένοπλη εξέγερση όπως ξεκίνησε από τον Γουλφ Τόουν και κληροδοτήθηκε στην Εξέγερση του Πάσχα και στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, και είναι η θέληση για την επανίδρυση του ανεξάρτητου ιρλανδικού κράτους με την συμπερίληψη των 6 επαρχιών που βρίσκονται ακόμα υπό βρετανική εξουσία και η άρνηση της συμμετοχής στο βρετανικό κοινοβούλιο.

για να γυρίσω στην εισαγωγή του ποστ και στην "λαμπρή γιορτή ξανανιωμού" δηλαδή στην Εξέγερση του Πάσχα, το τραγούδι του Θεοδωράκη που λατρεύει ο γ.γ. των μικρών οκτωβριστών είναι διασκευή/απόδοση των στίχων του τραγουδιού "Who Fears to Speak of Easter Week?" που έγραψε ο Μπρένταν Μπίαν, ιρλανδός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μέλος του IRA και των Fianna Éireann που έμεινε στην φυλακή για περίπου 7 χρόνια για κατοχή εκρηκτικών και απόπειρα δολοφονίας μπάτσων στην ανεξάρτητη Ιρλανδία. οι εμπειρίες του στην φυλακή τον έστρεψαν προς την συγγραφή και έγινε, μαζί με τον Patrick Kavanagh, ο πιο γνωστός ιρλανδός συγγραφέας της εποχής του. το 1958 έγραψε το θεατρικό έργο An Giall (Ο Όμηρος) που διαπραγματεύεται την κράτηση ως ομήρου ενός βρετανού στρατιώτη από τον IRA στο Δουβλίνο ως αντίποινα για την επικείμενη εκτέλεση ενός μαχητή του IRA στο Μπέλφαστ. το "Who Fears to Speak of Easter Week?" είναι ένα από τα τραγούδια του θεατρικού έργου και οι στίχοι του είναι οι παρακάτω:

Who fears to speak of Easter Week?
Who dares its fate deplore?
The red gold flame of Eire's name
Confronts the world once more
Oh Irishmen, remember then,
And raise your heads with pride,
For great men and straight men
Have fought for you and died.

The spirit wave that came to save
The peerless Celtic soul,
From earthly stain of greed and gain
Had caught them in its roll;
Had swept them high to do or die,
To sound a trumpet call;
For true men though few men
To follow one and all.

Upon their shield a stainless field,
With virtues blazoned bright;
With Temperance and Purity
And Truth and Honour dight
So now they stand at God's Right Hand,
Who framed their dauntless clay,
Who taught them and brought them
The glory of today.
The storied page of this our age
Will save our land from shame
The ancient foe had boasted - ho!
That Irishmen were tame
They bought their souls for paltry doles,
And told the world of slaves
That lie men! shall die, men!
In Pearse and Plunkett's graves.

The brave who've gone to linger on
Beneath the tyrant's heel
We know they pray another day
With clash of clanging steel
Now from their cell their voices swell,
And loudly call on you
Then ask, men! the task, men!
That yet remains to do.

Ποιος φοβάται να μιλήσει για την εβδομάδα του Πάσχα;
Ποιος τολμά να μετανιώσει για την κατάληξη της;
Η κοκκινόχρυση φλόγα του ονόματος της Ιρλανδίας
Αντιμάχεται τον κόσμο και πάλι
Ω Ιρλανδοί, θυμηθείτε,
Και υψώστε τα κεφάλια σας με περηφάνια,
Γιατί μεγάλοι άνδροι και ειλικρινείς άνδρες
Για σας πολέμησαν και πέθαναν.

Το πνευματικό κύμα που ήρθε για να σώσει
Την απαράμιλλη Κέλτικη ψυχή,
Από τον γήινο λεκέ της λαιμαργίας και της απληστείας
Τους είχε όλους παρασύρει.
Τους ανέβασε ψηλά για να πράξουν ή να πεθάνουν,
Για να ηχήσουν την σάλπιγγα.
Γιατί ήταν αληθινοί άντρες αν και λίγοι
Για να ακολουθήσουν όλοι τον έναν και ένας όλους.

Πάνω στην πανοπλία τους ένα ακηλίδωτο χωράφι,
Με τις αξίες τους να φαίνονται λαμπρές.
Με την Αγνότητα και την Αγνότητα
Με την Αλήθεια και την Τιμή οπλισμένοι
Και τώρα στέκονται στα Δεξιά του Θεού
Που σχημάτισε τον γενναίο τους πηλό,
Που τους δίδαξε και τους έφερε
Την σημερινή τους δόξα.

Αυτή η ένδοξη σελίδα της εποχής μας
Θα σώσει την γη μας από την ντροπή
Ο πανάρχαιος εχθρός μας περηφανευόταν – ω!
Πώς οι Ιρλανδοί ήταν εξημερωμένοι
Πώς είχαν πουλήσει τις ψυχές τους για τιποτένια επιδόματα,
Και είπαν στον κόσμο των σκλάβων
Πώς σαν άνδρες! Θα πεθάνουν, άνδρες!
Στους τάφους του Πιρς και του Πλάνκετ.

Οι γενναίοι που πήγαν να στήσουν ενέδρα
Κάτω από την μπότα του τυράννου
Ξέρουμε ότι προσεύχονται μια ακόμα μέρα
Με τον ήχο του ατσαλιού που χτυπάει
Τώρα από τα κελιά οι ψωνές τους υψώνονται
Και σας καλούν δυνατά
Τότε ρωτήστε, άνδρες! Ποιο είναι το καθήκον, άνδρες!
Που απομένει να πραγματοποιηθεί.

εδώ ο Μπίαν τραγουδάει ακαπέλλα το τραγούδι του:

 

και εδώ το διασκευάζουν οι Sean Og McKenna, Noel Carroll and Liam Rowsome:

στα ελληνικά το θεατρικό έργο μεταφράστηκε ως Ένας Όμηρος, σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα και Βούλας Δαμιανάκου και με την μελοποίηση των τραγουδιών-ποιημάτων από τον Θεοδωράκη. το 1962 ανέβηκε στην σκηνή από τον θίασο Κυκλικό Θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά (που σκηνοθέτησε το έργο και πρότεινε στον Θεοδωράκη να μελοποιήσει τα ποιήματα), με την συμβολή του Γιάννη Τσαρούχη σε σκηνικά και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη, και με την Ντόρα Γιαννακοπούλου στην φωνή. το 1966 η μελοποίηση του Θεοδωράκη κυκλοφόρησε σε δίσκο, με τον ίδιο και χορωδία στην φωνή και με εξώφυλλο ένα χαρακτικό του Τάσσου. το 1969, μια instrumental έκδοση του τραγουδιού συμπεριλήφθηκε στο soundtrack της ταινίας Ζ του Γαβρά, ενώ η πιο γνωστή έκδοση του με την Μαρία Φαραντούρη στο μικρόφωνο βρίσκεται στην επανηχογράφηση του δίσκου Ένας Όμηρος που κυκλοφόρησε το 1972 στην ευρώπη και το 1974 στην ελλάδα μετά την πτώση της χούντας.
 
η μετάφραση του Βασίλη Ρώτα εμφανώς δεν έχει καμία σχέση με τους αυθεντικούς στίχους του Μπίαν και τον ιρλανδικό ρεπουμπλικανισμό, προκαλώντας αντιθέτως συνειρμούς με την γερμανική κατοχή και δευτερευόντως με την αγγλική κατοχή της Αθήνας στα Δεκεμβριανά (μας κάψαν την πρωτεύουσα ωσάν τους Γερμανούς). το μόνο που θυμίζει ευθέως την Εξέγερση του Πάσχα είναι η λέξη "λαμπρή." ωστόσο ο ξεσηκωτικός εμβατηριακός ρυθμός του τραγουδιού δίνει στους στίχους ένα αγωνιστικό συναίσθημα.
 
Ποιος δεν μιλά για τη Λαμπρή,
γιορτή ξανανιωμού,
πάν’ τα παιδιά στον πόλεμο
και πάν’ του σκοτωμού.

Με θάρρος οι τρανές καρδιές
έπιασαν τα στενά,
ψηλά η σημαία ανέμιζε
η αντάρτισσα μπροστά.

Δέκα χιλιάδες φτάσανε
χακένιοι ταχτικοί
για να σκοτώσουν τα παιδιά
μα μείναν εδ’ εκεί.

Με πολυβόλα κι άρματα
κανόνια τους σωρό,
κανένας τους δε γύρισε,
δε φταίμε εμείς γι’ αυτό.

Ένας με δέκα, ημέρες έξι,
κρατήσαμε γερά
και δεν περάσαν τις γραμμές,
μ’ όλα τους τα πυρά.

Μας ρίξαν και φαρμακερά
αέρια και καπνούς,
μας κάψαν την πρωτεύουσα
ωσάν τους Γερμανούς.

Σκοτώσαν τους ηγέτες μας
χωρίς απολογιά τους,
γυναίκες μας, μικρά παιδιά
στα γόνατα μπροστά τους.

Τους τάφους άνοιγαν κρυφά
και θάβαν τους νεκρούς
δεν πιάσαν ούτε σκότωσαν
αντάρτες μας πιστούς.

Ποιος δεν μιλά για τη Λαμπρή,
γιορτή ξανανιωμού,
πάν’ τα παιδιά στον πόλεμο
και πάν’ του σκοτωμού.

εδώ η αυθεντική ηχογράφηση του τραγουδιού


εδώ η ορχηστρική εκτέλεση από τo soundtrack του Ζ:


και εδώ η εκτέλεση με την Φαραντούρη:

 

για όσ@ μπορεί να αναρωτιούνται αν το "Γελαστό Παιδί" το έγραψε ο Μπίαν και αν περιλαμβάνεται στον "Όμηρο": ναι, έτσι είναι. και ναι, το αυθεντικό τραγούδι δεν λέει "σκοτώσαν οι φασίστες το γελαστό παιδί," που σαν στιχουργική επιλογή είχε σκοπό να παραπέμψει στην δολοφονία του Λαμπράκη. ο αυθεντικός στίχος του Μπίαν λέει:

Ah, curse the time, and sad the loss my heart to crucify,
that an Irish son with a rebel gun shot down my laughing boy!

Αχ, ανάθεμα την ώρα, και η λύπη της απώλειας μου σταυρώνει την καρδιά,
που ένας γιος της Ιρλανδίας με το όπλο της εξέγερσης μου σκότωσε το γελαστό παιδί!

η αναφορά φυσικά είναι στον μάικλ κόλλινς, αρχιστράτηγο του στρατού του μετασυνθηκιακού ιρλανδικού κράτους που σκοτώθηκε το 1922 κατά την διάρκεια του εμφυλίου σε ενέδρα από δυνάμεις του IRA, που πολέμησαν εναντίον στην συνθηκολόηση που οδήγησε στην διχοτόμηση της Ιρλανδίας και την παράδοση των 6 βόρειων επαρχιών στον αγγλικό ιμπεριαλισμό. τώρα, σε αντίθεση με τους στίχους του "Ποιος Δεν Μιλά για την Λαμπρή Γιορτή Ξανανιωμού;" που δεν θυμίζουν σε τίποτα τους αυθεντικούς, πάλι καλά να λέμε που ο Ρώτας αποφάσισε να αλλάξει τους στίχους του "Γελαστού Παιδιού" που εκ των υστέρων και δύο χρόνια αργότερα συνδέθηκαν με τον Λαμπράκη, γιατί σήμερα θα τραγουδούσαμε ένα τραγούδι που υποστηρίζει την πλευρά των ιρλανδών που δέχτηκε την παράδοση της Βόρειας Ιρλανδίας στους ιμπεριαλιστές. ναι για σας λέω μάικλ κόλλινς και άρθουρ γκρίφιθ.