Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ντεμέκ πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ντεμέκ πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

πεζό: διλήμματα











διλήμματα

με ρωτάς τι προτιμώ: τα χριστούγεννα ή το πάσχα. διαμαρτύρεσαι. λες τα χριστούγεννα είναι όλοι ευτυχισμένοι και βγαίνουν για δώρα και να βγουν σέλφιζ κάτω από τα αμέτρητα λαμπάκια του συντάγματος. εγώ λέω ότι το πάσχα είναι καλύτερο. δεν είναι μόνο η απέχθεια μου προς την χριστουγεννιάτική τοξική θετικότητα και τον καταναλωτισμό που μου προκαλεί φλύκταινες και διάρροια. το ζήτημα είναι αισθητικό – και γευστικό. τσουρέκι αντί για κουραμπιέδες. εντόσθια αντί για γέμιση. λουλούδια αντί για παγωμένη βροχή της θεσσαλονίκης. άραγμα στο σπίτι, καμιά βόλτα στην παραλία αν λέει ο καιρός αντί για ψυχαναγκαστική πρωτοχρονιάτικη έξοδος. ναι, ρε ακόμα και φράνκο τζεφιρέλι αντί για καρκίνο των τηλεοπτικών ρεβεγιόν. μα πάνω απ’ όλα προτιμώ τον χριστό πάνω στο σταυρό να ξεψυχάει παρά να γεννιέται.

ναι το ξέρω. στο τέλος ο θεός νικάει, η ζωή θριαμβεύει επί του θανάτου, ανάσταση, καμπάνες, ξερατό στην μάπα του κάθε συγγενή που μου λέει χριστός ανέστη και λέω μέσα από τα δόντια ένα υπόκωφο χρονιά πολλά για να αποφύγω το γαμωσταυρίδι. ναι, ο συμβολισμός του πάσχα είναι κατά βάση ενδεχομένως πιο υπεραισιόδοξος από τα χριστούγεννα. εκεί που περιμένω μια ζωή απλά να καταλήξω ένα κουφάρι προς την τέρψη του κάθε έμβιου όντος κατοικεί κάτω από το χώμα, ξαφνικά έχω να αγχώνομαι γιατί η υπόσχεση του αιώνιου θανάτου απειλείται από την εγγύηση της ανάστασης της ψυχής.

και πάλι όμως. το θείο δράμα είναι μια ευχαρίστηση. όχι, δεν μέμφομαι τους χριστιανούς γιατί πιστεύουν σε αναστάσεις, αναλήψεις, αναγεννήσεις και λοιπές ανοησίες. σιχαίνομαι τον θεό τους και το να σταυρώνεις τον γιο του είναι μια υπόσχεση - ένα όνειρο. τι ευχαρίστηση που θα έπαιρνα αν ήμουν αυτός που του περνούσε το αγκάθινο στέμμα στο κεφάλι του. ή πόσο μάλλον αν έβλεπα το μέγα θηρίο να τον κάνει σφεντόνα έτσι όπως είναι επί ξύλου κρεμάμενος. δεν θέλω να πείσω το ποίμνιο για την ανορθολογικότητα των πιστεύω τους. θέλω να δουν τα παιδιά τους να αιμορραγούν αργά και βασανιστικά για όσες γυναίκες και όσους γκέι σταύρωσαν με τα βλέμματα και με τα λόγια τους.

και θέλω να διαγράψω κάθε ομαδική με συναδέλφους στο βάιπερ που εύχονται εις διπλούν: μια που εύχονται καλή ανάσταση δυο-τρεις ώρες ex ante, μια που λένε χριστός ανέστη το πρωί.

παλιά ερχόταν στο σπίτι μου για ιδιαίτερο μια τύπισσα – ας την πούμε κάτια. μια μέρα, ήταν δεν ήταν 20 δεκεμβρίου, μου λέει: «-δ μου, πειράζει να φύγω σήμερα λίγο νωρίτερα;»

εγώ γενικά την βαριόμουν αφάνταστα. και επίσης δεν άντεχα τους δέκα τόνους αρώματος που έβαζε. αλλά επειδή δεν διάβαζε καθόλου και τα είχα  πάρει μαζί της την ρωτάω: «να φύγεις, αλλά έχεις κάποια σοβαρή δουλειά;»

«αχ όχι μωρέ. να, το βράδυ αύριο θα πάω να κοιμηθώ στου θάνου και θέλω να πάω ερμού να αγοράσω ρουχαλάκια».

οκ εκεί σταμάτησα να το παίζω σοβαρός καθηγητής και το γύρισα στο φτηνό λούμπεν κουτσομπολιό που ξέρεις ότι είναι η βασική ακαδημαϊκή ειδικότητα μου.

«τι εννοείς κάτια; θα πας να αγοράσεις πρόστυχα εσώρουχα, δικτυωτά και τα σχετικά;»

«αχ όχι καλέ, χαχα. να, μπιτζαμάκια θα πάω να αγοράσω χριστουγεννιάτικα μέρες που είναι;»

«τι εννοείς χριστουγεννιάτικα μπιτζαμάκια»

«να μωρέ, με αστεράκια, δεντράκια και τέτοια!»

«δηλαδή θες να μου πεις ότι θα χάσουμε μάθημα για να πας να αγοράσεις χριστουγεννιάτικα μπιτζαμάκια για το σεξ;»

εκεί η κάτια ντράπηκε λίγο. είναι που όταν το θέλω γίνομαι πολύ μαλάκας κι εγώ. οκ την λυπήθηκα και το γυρνάω στο πιο λάιτ.

«οκ αν είναι για το βράδυ με τον μάνο πήγαινε [εκεί αναθάρρησε η κάτια]. αλλά κάτσε να σε ρωτήσω λίγο. αν έχεις χριστουγεννιάτικα μπιτζαμάκια, αυτό σημαίνει ότι έχεις και πασχαλινά;»

«χαχαχα ναι καλέ εννοείται!»

«και τι έχουν πάνω τα πασχαλιάτικα μπιτζαμάκια σου κάτια μου; αρνιά στην σούβλα, κοκορέτσια και τον χριστό πάνω στον σταυρό;» [το παραδέχομαι, μικρός άκουγα deicideonce upon the cross”]

«όχι καλέ. αυγουλάκια, κοτοπουλάκια, λαγουδάκια και τέτοια»

ε, πες μου τώρα εσύ. το πάσχα δεν σας δίνει την υπόσχεση για μπιτζαμάκια με κοκορέτσια να στάζουν και τον χριστούλη να βαρυγκομάει πάνω στο κούτσουρο; όχι πες μου. τι χριστούγεννα και μαλακίες.

 

(-δ)

πεζό: το πνεύμα των χριστουγέννων










το πνεύμα των χριστουγέννων

πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι είμαι ένας γκρινιάρης, ένας σκρουτζ, ένας γκριντς (νταξ, όχι και ένας κατεργάρης των χριστουγέννων, φτάνει με τις κακόγουστες ελληνοποιήσεις τίτλων ταινιών). κι αυτό γιατί φτιάχνω έναν πόντο τονίζοντας ότι τα χριστούγεννα μου την σπάνε. κι έτσι νομίζουν ότι είμαστε απλά ένας παλιογκρινιάρης, ένας δολοφόνος της χαράς, ενδεχομένως για τους πιο καλοπροαίρετους ένας μελαγχολικός τύπος που ίσως να βρίσκει την όλη φάση των εορτών κάπως ρηχή. ίσως αν ήμουν κκε, θα μπορούσα να είχα λόγους να μελαγχολώ για τα χριστούγεννα, μιας και ο πράκτορας της cia με το μπέρθμαρκ στην καράφλα κήρυξε την διάλυση της 26 δεκεμβρίου 1991 - και ο τσαουσέσκου εκτελέστηκε τα χριστούγεννα του 1989. άντε να είναι κι ένας τρόπος να κερδίσω καμιά αγκαλία από κάποια λίγο πιο εναλλακτική συναδέλφισσα και ίσως και το σχετικό φιλί κάτω από το γκυ. προφανώς θα έχουν ακούσει πολλούς αριστερούς ή ψαγμένους τύπους και τύπισσες (ειρρήσθω εν παρόδω, όταν με χαρακτηρίζουν αριστερό ή ψαγμένο το χέρι μου φτάνει το κονσερβοκούτι μου) να κάνουν αναρτήσεις στα σόσιαλ δηλώνοντας την αντίθεση του με την γενικευμένη επίθεση χαρά κατά την περίοδο των χαιρετισμών της εποχής με επιχειρήματα τύπου:

"δεν είναι ηθικό να είμαστε χαρούμενοι τα χριστούγεννα όταν τόσοι συνάνθρωποι γύρω μας πεινάνε ή αντί για την ζεστασιά της οικογένειας κοιμούνται στους δρόμους"

"εδώ οι παλαιστίνιοι υφίστανται γενοκτονία και εμείς τρώμε την γαλοπούλα μας σαν προνομιούχοι πρωτοκοσμικοί"

"τα χριστούγεννα από έστω μια τυπική θρησκευτική γιορτή και ευκαιρία για σύσφιξη των προσωπικών μας δεσμών έχουν μετατραπεί σε μια γιορτή του καπιταλιστικού καταναλωτισμού"

"οι παπάδες μας κλέβουν καθημερινά και εμείς τους δίνουμε βήμα να μιλάνε και να κηρύσσουν στο ποίμνιο"

οι πραγματικοί γκρινιάρηδες, οι πραγματικοί σκρουτζ, αυτοί που σταλήθεια επιδιώκουν να τραβήξουν την προσοχή/τα λάικς/ τις καρδούλες/ τα φιλιά κάτω από το γκυ, είναι οι τύποι οι ψαγμένοι, οι αριστεροί, οι αντικαπιταλιστές που κάνουν αναρτήσεις και σχόλια σαν τα παραπάνω. η δικιά μου η αντιπάθεια απέναντι στα χριστούγεννα δεν έγκειται στην αλληλεγγύη μου προς τους ηττημένους της ταξικής πάλης ή τα θύματα του ιμπεριαλισμού. ούτε καν είναι κάποια εκδήλωση οργής προς όλους τους μαλακοχαρούμενους καταναλωτές που κυκλοφορούν με ταρανδοκερατάκια ή τολμάνε να τα βάλουν πάνω στα αμάξια τους ή να βάλουν μυτούλες στο καπό (αυτοί οφείλω να πω ότι ψάχνονται κάπως για ξύλο).

η φάση μου από μικρό παιδί ήταν ότι δεν καταλάβαινα ποτέ γιατί ξαφνικά πρέπει να γίνουμε όλοι χαρούμενοι. προσοχή: δεν με ενοχλεί να είναι χαρούμενος ο κόσμος - ούτε ψάχνομαι να είμαι εγώ λυπημένος. όμως τι να κάνουμε τώρα, ούτε εσύ είσαι στ' αλήθεια χαρούμενη, το ξέρω συναδέλφισσα. ναι, ενδεχομένως να λατρεύεις τα φωτάκια, να αγαλλιάζεις με τις οικογενειακές συγκεντρώσεις, να γουστάρεις τις συναντήσεις με πρώην συμφοιτήτριες και τα ποτά. δεν γύρισε ξαφνικά κανένας διακόπτης που μας κάνει αυτομάτως χαρούμενους τις γιορτές. σίγουρα, καλό είναι να ξεχνάμε έστω για λίγο τα προβλήματα μας, αλλά γιατί να πρέπει αυτή η λήθη να είναι υποχρεωτική και πάνω απ' όλα οριζόντια τα χριστούγεννα;

το πρόβλημα μου ήταν πάντα και αισθητικό εν μέρει. η αναντιστοιχία των καιρικών συνθηκών και των χριστουγεννιάτικων props - χιόνια, τάρανδοι, έλατα. ίσως αν ζούσα τα χριστούγεννα στην αυστραλία να μην μου την έσπαγαν τόσο πολύ.

ο κύριος όμως λόγος που ξερνάω με τα χριστούγεννα είναι ο θρησκευτικός τους συμβολισμός, σε σύγκριση με το πάσχα που το προτιμώ ασυζητητί. πέρα από το ότι το πάσχα το φαγητό είναι πιο νόστιμο, ο καιρός είναι καλύτερος (και άρα νιώθω πιο χαρούμενος - αφιερωμένο σε αυτούς που με θεωρούνε μίζερο), και πάνω απόλα αποτελεί ένα χρονικό ορόσημο, μετά το οποίο έρχεται ανεπιστρεπτί το τέλος της σχολικής χρονιάς για όσες και όσους είμαστε εκπαιδευτικοί, πάντα προτιμούσα το πάσχα γιατί ο χριστός πεθαίνει. για την ακρίβεια θανατώνεται. και προτιμώ τον χριστό να ξεψυχά πάνω στον σταυρό παρά να γεννιέται. ναι, θα φέρετε ένσταση, το ξέρω πως μετά ανασταίνεται και θριαμβεύει πάνω στον θάνατο, όμως έστω και για λίγες μέρες ξέρεις ότι υφίσταται βασανιστήρια και ψόφο.

η αγαπημένη μου ιστορία από χριστούγεννα είναι η εξής: πριν κάποια χρόνια ερχόταν σπίτι μου μια κακομοίρα, αστην πούμε ματίνα, να της κάνω ιδιαίτερα. την λέω κακομοίρα, γιατί η κοπέλα δεν διάβαζε ποτέ, έκανε ολόκληρο ταξίδι από το νεράκι μέχρι την γ' αθήνας όπου κατοικώ για ιδιαίτερο, ε και στην τελική ερχόταν μόνο για να μου σκάει το 30αρι χωρίς να ασχολείται. ε, πλησίαζαν γιορτές, και η συγκεκριμένη κοπέλα ήταν ο ορισμός της χριστουγεννόπληκτης ήδη από τα μέση νοέμβρη. έρχεται λοιπόν μια μέρα για μάθημα και πριν ξεκινήσουμε, συμβαίνει η παρακάτω στιχομυθία:

"-δ, θα σε πείραζε αν έφευγα σήμερα λίγο νωρίτερα;"

"όχι, αλλά γιατί;"

"να μωρέ, θα έρθει στο σπίτι μου το βράδυ ο πάνος, και ήθελα να πάω στο κέντρο να αγοράσω κάποια μπιτζαμάκια"

"τι εννοείς ματίνα; θα παρατήσεις το ιδιαίτερο για να πας ν' αγοράσεις πρόστυχα εσώρουχα για τον πάνο;"

"όχι μωρέ. να θα πάω να πάρω χριστουγεννιάτικα μπιτζαμάκια!"

"τι εννοείς χριστουγεννιάτικα μπιτζαμάκια;"

"να μωρέ, με δεντράκια πάνω, τάρανδους, χιόνια..."

"ματίνα, να σε ρωτήσω, έχεις αντίστοιχα μπιτζαμάκια και για το πάσχα;"

"αχ ναι καλέ που το κατάλαβες;"

"δηλαδή τα πασχαλιάτικα μπιτζαμάκια σου τι έχουν πάνω; αρνιά στην σούβλα, κοκορέτσια και τον ιησού πάνω στον σταυρό;"

"χαχα όχι βρε. λαγουδάκια, κοτοπουλάκια, αυγουλάκια και τέτοια"

όπως μπορεί να καταλάβει ο καθείς και η καθεμιά, η ματίνα η χριστουγεννόπληκτη τις εξετάσεις δεν τις πέρασε. δυστυχώς το πνεύμα των χριστουγέννων δεν την βοήθησε και ιδιαίτερα.

αλλά μιας και μιλήσαμε για το πνεύμα των χριστουγέννων, και για όποια και όποιον ενδιαφέρεται τι σημαίνουν για μένα τα χριστούγεννα, ορίστε μία αναδρομή, όχι σε αυστηρά χρονολογική σειρά:

το πνεύμα των χριστουγέννων όταν ήμουν μικρός ήταν να με κοροϊδεύουν τα αδέρφια του πατέρα μου στο χωριό επειδή ήμουν χοντρός και έτρωγα πολύ. χριστούγεννα επίσης ήταν να κοροϊδεύουν και την μάνα μου, και ο πατέρας μου να μην παίρνει χαμπάρια. (πλέον, έχοντας χάσει την μάνα μου, αρνούμαι να ξαναφάω σε γιορτινό τραπέζι με συγγενείς γιατί δεν θέλω να θυμάμαι τι μου σούρνανε για το ότι ήμουν μια χοντρή κουράδα).

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι το εγκεφαλικό που έπαθε η γιαγιά μου ανήμερα και η αναμονή για το ασθενοφόρο. εν τέλει πέθανε 25 μαρτίου, σε άλλη μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης.

το πνεύμα των χριστουγέννων όταν πια πήγαινα γυμνάσιο-λύκειο και αναγκαζόμουν να πάω σε οικογενειακά τραπέζια σήμαινε οι ίδιοι συγγενείς αλλά και ένα τμήμα από ξαδέρφια να μου την λένε που είχα μακριά μαλλιά και φορούσα μαύρα.

το πνεύμα των χριστουγέννων στα ίδια οικογενειακά τραπέζια επίσης αποτυπωνόταν στα δεκάδες πιάτα που είχε ετοιμάσει η θεία μου που δεν καθόταν στιγμή για να φάει, και όλα τα γαϊδούρια οι προσκεκλημένοι (συμπεριλαμβανομένων των γονιών μου) δεν την περίμεναν να κάτσει κι αυτή έστω να τσουγκρίσει ένα γαμωκρασοπότηρο και χλαπάκιαζαν ασύστολα. χριστούγεννα επίσης σήμαινε ότι η συγκεκριμένη θεία δεν με άφηνε έστω να την βοηθήσω στο πλύσιμο των πιάτων μετά το φαγοπότι παρά τις επίμονες παρακλήσεις μου. και φυσικά τα κάθε λογής πατριαρχικά καλαμπούρια από τους άντρες των τραπεζιών.

το πνεύμα των χριστουγέννων ήταν το σοκ μιας βραδιάτικης παραμονής όταν μετά το φαγητό η μάνα μου έφυγε με τις φίλες της για να πάνε - απόλα τα μέρη του κόσμου - στο καζίνο.

το πνεύμα των χριστουγέννων ήταν η γκόμενα που είχα στο λύκειο που μου έσπαγε τα αρχίδια επί δύο χρόνια να της παίρνω στις γιορτές όλες τις εκδόσεις από τα αρκουδάκια των goodys και με ανάγκαζε να πηγαίνουμε σε όλα τα goodys του κέντρου της θεσσαλονίκης για να εντοπίσουμε όλα τα σχέδια. νταξ, αυτά κάνουν οι έφηβοι για λίγο σεξ.

το πνεύμα των χριστουγέννων αποτυπώνεται στο χριστουγεννιάτικο χαρτζιλίκι της α' λυκείου που ξοδεύτηκε στην αγορά του cd-συλλογής Beast Of Beherit των μεγάλων φινλανδών πατεράδων του black metal Beherit (που εύχομαι να μην είναι φασίστες όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες τους που παίζουν black metal):

το πνεύμα των χριστουγέννων ήταν το σπασμένο κέντρο της πόλης τον δεκέμβρη του Αλέξη και οι φωτό από το φλεγόμενο δέντρο της πλατείας συντάγματος. το πνεύμα των χριστουγέννων ήταν ωστόσο και η επιστροφή στην κανονικότητα δυο βδομάδες αργότερα, τα εξαντλητικά 10ωρα στο δισκάδικο και οι προτάσεις cd σε καλοντυμένους μικροαστούς για την μουσική υπόκρουση του ρεβεγιόν.

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι το άγχος να βγάλεις ύλη και κρίστμας χόγουορκ μέχρι τις 23 δεκέμβρη. είναι οι εξορμήσεις σε φροντιστήρια για να τσεκάρουμε αν τα αφεντικά βάλανε το δώρο μέχρι τις 21. είναι όμως και το άγχος αν στην μισθοδοσία το αφεντικό θα πληρώσει και τις ημέρες διακοπών. και η διεκδίκηση να τις πληρωθούν όλοι οι συνάδελφοι και όχι μόνο εγώ ο αγωνιστής. ναι, το πνεύμα των χριστουγέννων είναι η ταξική ικανοποίηση ότι το αφεντικό μπούκωσε και τα πλήρωσε όλα - σε όλους.

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι ο έξι μηνών γιος μου που κοιμάται σε όλο το ταξίδι αθήνα-θεσσαλονίκη. το πνεύμα των χριστουγέννων είναι όμως και η πρώτη φορά που στέκομαι στον τάφο της μάνας μου, κρατώντας αγκαλιά τον γιο μου, που πήρε το όνομα της και αυτή έπεσε σε κώμα την ημέρα που της είπα ότι θα του δίναμε το όνομα της.

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι οι απλήρωτες ενημερώσεις γονέων. είναι οι μαλακίες των μαμάδων και των μπαμπάδων που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και μπορούν να έχουν άποψη για το μάθημα σου. είναι η απαίτηση των παιδιών - απολύτως φυσιολογική στο μυαλό τους - να ζητάνε να κάνουμε χριστουγεννιάτικα από τις 10 νοέμβρη, ενώ ακόμα έξω έχει καύσωνα. το πνεύμα των χριστουγέννων είναι η διάλυση της αίθουσας όταν πλέον δέχεσαι να κάνεις χριστουγεννιάτικα στα παιδιά - για να μην σου σπάνε άλλο τα νεύρα, που όμως τελικά σπάνε χειρότερα.

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι οι ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση για να κάνεις παρέα στους παππούδες της κοπέλας σου. το πνεύμα των χριστουγέννων είναι όμως και ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, το Ένα Δέντρο μια φορά, το Χιονίζει. δυστυχώς όμως το πνεύμα των χριστουγέννων είναι και το A Christmas Pine - πόσο μαλακία μπορεί να έχεις στο μυαλό για να γράφεις παιδικό βιβλίο που να εξυμνεί την ετήσια κοπή του έλατου από την νορβηγία για να τοποθετηθεί στην πλατεία τραφάλγκαρ;

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι η ενστικτώδης γνώση του κέρατου που τρώω την ώρα που φτιάχνω χριστουγεννιάτικο δέντρο και έλκηθρο από lego.

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι ο Μέλβιλ που πήρα για δώρο στην μόνη γυναίκα που ερωτεύτηκα ποτέ. το πνεύμα των χριστουγέννων είναι και το - εκ των υστέρων - ομολογημένο άγχος της να βγάλει ίδια θέση στο γκριντ του political compass (τέρμα κάτω αριστερά) με εμένα για να μου αρέσει, καθώς τρώμε πριν τα χριστούγεννα σε εκείνο το ταβερνάκι της μαυρομιχάλη. φυσικά, το πνεύμα των χριστουγέννων είναι η σκέψη ότι πλέον αυτή η γυναίκα μπορεί να είναι αστέρι στον ουρανό κάποιου άλλου - αλλά όχι στον δικό μου. ίσως αν είχα κατέβει από την καμινάδα της και της άφηνα δίπλα στο δεντράκι της ένα αντίτυπο των Grundrisse να ήμασταν τώρα μαζί; το πνεύμα των χριστουγέννων ωστόσο είναι και η υπενθύμιση ότι τέτοιες ανερμάτιστες υποθέσεις είναι αντιδιαλεκτικές και ασύμβατες με την μαρξιστική αντίληψη του κοινωνικοιστορικού προτσές.

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι η ικανοποίηση ότι πλέον πέτυχα την βασική επιθυμία της ζωής μου. να ζω μέσα στην μοναξιά - χωρίς καμιά γυναίκα να κοιμάται δίπλα μου, περιτριγυρισμένος μόνο από βιβλία και δίσκους. το πνεύμα των χριστουγέννων ωστόσο είναι και η ικανοποίηση να ζω μόνο για αυτό το παιδί, την μόνη πράξη στην ζωή μου που δεν έχω μετανιώσει.

το πνεύμα των χριστουγέννων είναι το μιουτ στις ομάδες βάιμπερ των συναδέλφων, γιατί δεν την παλεύω με τόσες συνεχείς ευχές.

το πνεύμα των χριστουγέννων, πάνω απόλα, είναι τα χριστουγεννιάτικα ψυχεδέλικα gifs και πιο συγκεκριμένα αυτό εδώ:



μια αέναη παραισθησιακή λούπα που κυριαρχεί στους εφιάλτες μου, η ψευδαίσθηση ότι φτάνω σε αυτό που προσπαθώ να πιάσω και όμως δεν έχω κάνει βήμα εμπρός.


χρόνια ολόκληρα πιστά υψώνω την σημαία του μίσους

πως γίνεται να υπήρξα κάποτε παιδί;

όταν χάσω τον κόσμο ολόκληρο τότε μόνο ίσως

το σάπιο αυτό μυαλό να τολμήσει να κάνει μια ευχή


(-δ)

πεζό: σότια

 

 

σότια

 

i.

Είμαι ας πούμε από αυτούς που κάνουν μαλακισμένες επιλογές για τη ζωή τους. Ή τουλάχιστον έτσι θεωρούν οι άλλοι για μένα. Για πολλά χρόνια απέφευγα να δουλέψω σε σχολείο. Είχα κατά κάποιο τρόπο αποδεχτεί ότι θα δουλεύω για πάντα σε φροντιστήρια – θες η δυσκολία μου να αλλάζω κοινωνικά περιβάλλοντα, θες η ταύτιση μου με τον συνδικαλισμό βάσης, θες η αναβλητικότητα μου να πάω στρατό, τέλος πάντων για χρόνια το απευχόμουν και ούτε καν κοιτούσα τις προσλήψεις εκπαιδευτικών στα εκπαιδευτικά σάιτ, ευχόμενος μην γίνει καμιά στραβή και με πάρουν επαρχεία.

Ήταν Σεπτέμβριος, ήμουν Θεσσαλονίκη και μόλις είχα φύγει από την πορεία της ΔΕΘ. Οι μπάτσοι ρίξανε δακρυγόνα και κρότου-λάμψης μέσα στο μπλοκ μας και μια πρώην συμφοιτήτρια μου έπαθε κάτι ψιλοεγκαύματα. Την πήγαμε σπίτι της με τον γκόμενο της – κι αυτός πρώην συμφοιτητής που όμως δεν ασκεί το σπορ της εκπαίδευσης – και καθόμουν στον καναπέ και έπαιζα με τον γατό τους. Εκεί που αράζαμε και προσπαθούσαμε να ηρεμήσουμε την φίλη χτυπάει το τηλέφωνο. Όταν το σήκωσα ήταν ένα σοκ. Σάββατο βράδυ με είχαν πάρει από την διεύθυνση πρωτοβάθμιας μιας επαρχιακής πόλης να με ενημερώσουν ότι το όνομα μου ήταν στον πίνακα με τις προσλήψεις και αν είχα σκοπό να αποδεχτώ την θέση και ότι είχα προθεσμία μέχρι την Δευτέρα να παρουσιαστώ.

Τρεις μπύρες και μια προδοσία της προλεταριακής οντολογίας αργότερα μου πήρα το ΚΤΕΛ και κατέβηκα Αθήνα να μαζέψω τα ρούχα μου και μια Κumtel που μου αγόρασαν άρον-άρον οι γονείς μου. Δευτέρα πρωί-πρωί ανέβηκα στο τρένο και πήγα στην πρωτοβάθμια του νομού, και από εκεί σε ένα ξενοδοχείο μέχρι να με ενημερώσουν σε ποιο χωριό θα με τοποθετούσαν.

Τρίτη πρωί, πάω πάλι στην πρωτοβάθμια. «Έχετε τοποθετηθεί στην – ας την πούμε – Νταλιατανή και πρέπει να πάτε αμέσως να αναλάβετε υπηρεσία». Πίσω στο ξενοδοχείο αρπάζω τα πράγματα μου και την Kumtel μου και κατεβαίνω στην ρεσεψιόν να πληρώσω. Η κυράτσα – ίδια η Πιπερόπη η Πιπεριά η Φαρμακόγλωσσα λέει στο τηλέφωνο για την κόρη της που έχει μπλέξει με έναν Αλβανό – και με γράφει στο μουνί της όταν της λέω ότι βιάζομαι να πάρω το ΚΤΕΛ. «Μισό να πάω τουαλέτα» μου λέει. Δεν γαμιέσαι χωριάτισσα σκέφτομαι και αρχίζω να τρέχω χωρίς να πληρώσω και μπαίνω σε ένα ταξί. Μέσα στο άγχος μου μην βάλει τίποτα μπάτσους να με βρουν, νιώθω μια απέραντη ικανοποίηση που εφάρμοσα τις τακτικές αυτομείωσης της ιταλικής αυτονομίας στην ελληνική επαρχεία.

Τρεις ώρες αργότερα φτάνω στο κωλοχώρι. Ντάξει, κωμόπολη με ιστορικό παρελθόν και πάνω σε σεισμογενές ρήγμα, αλλά μετά τις δύο το μεσημέρι δεν κυκλοφορεί ούτε αδέσποτη γάτα και κάθε τέταρτο βαράει η καμπάνα. Αφού τελειώνω από την ανάληψη υπηρεσίας στον διευθυντή, πάω στο γραφείο να συστηθώ στις δασκάλες. Τέσσερα ονόματα συγκράτησα: ας τις πούμε Ρούλα, Σούλα, Λόλα, Μίνα. Σαν τους αδερφούς Ντάλτον ακούγεται. Ή σαν τις αδερφές Τατά. «Αν κάτι μισώ», λέει η Λόλα, «αυτό είναι το διαφορετικό» και την φαντάζομαι να φτύνει μια πράσινη ροχάλα. Πόσο μαλάκας είσαι, λέω στον εαυτό μου και χαμογελάω.

Μια βδομάδα και από μία επίσκεψη σε όλες τις ενοικιαζόμενες τρύπες του χωριού αργότερα, βρήκα καταφύγιο στον ημιώροφο μιας πολυκατοικίας, χωρίς θέρμανση, μπαλκόνι, φούρνο, και με τον καμπινέ τίγκα στην κατσαρίδα και στην βοθρίλα. Στην πρώτη βδομάδα το ταβάνι τρύπησε και στάζανε νερά.

ii.

Από την πρώτη μέρα στο σχολείο κατάλαβα ότι την είχα γαμήσει. Ο διευθυντής ήταν αρκετά συμπαθής και βοηθητικός όμως εξαρχής κατάλαβα ότι ο υποδιευθυντής ο Βασιλάκης προσπαθούσε να του φάει την θέση. Οι αδερφές Τατά μου είπανε ότι ο διευθυντής τον παίρνει από Πακιστανούς που τους πληρώνει. Ήταν δυο αδερφάκια στην Α’ Δημοτικού, ας τα πούμε Άκη και Μιχάλη, που φαίνονταν να έχουν πολύ έντονο το καλλιτεχνικό στοιχείο. Η μαμά τους χωρισμένη, έκανε συνεχώς παρέα με κάποια άλλη κοπέλα, οπότε το συμπέρασμα ήταν ότι ήταν λεσβία. Τα δε αγοράκια εννοείται ότι ήταν πουστάρες που τους άρεσαν τα εικαστικά, το θέατρο και φυσικά τα αγγλικά τραγούδια που τους έβαζα.

Και φυσικά ήταν και ο πληροφορικός, ας τον πούμε Νότη. Τον οποίο άκουγα συνέχεια στο γραφείο να λέει για μαθήτρια τρίτης δημοτικού, κάπως ξεπεταγμένης, για το πόσο μουνάρα ήταν. Και ήταν και ένα παιδί της τετάρτης δημοτικού, ας τον πούμε Μπάμπη, που μάλλον είχε ΔΕΠΥ και ήταν κάπως βίαιος. Για να συμπληρώσω λοιπόν όλες μου τις ώρες στο ίδιο σχολείο με έβαλαν να κάνω παράλληλη στήριξη στον Μπάμπη ενώ δεν ήμουν καν δάσκαλος. Μια φορά λοιπόν, καθώς καθόμουν μαζί του στο μάθημα της πληροφορικής, ο Μπάμπης σηκώθηκε να φορέσει τον σκούφο του. Τον αρπάζει τότε ο συνάδελφος, του χώνει τρεις γερές καρπαζιές στον σβέρκο και τον σηκώνει από τα αυτιά και τον καθίζει πάλι στην καρέκλα. Το παιδί να τρέμει και εγώ να έχω σοκαριστεί.

Την επόμενη μέρα, είμαι πάλι με τον Μπάμπη να κάνουμε μαθηματικά με την δασκάλα του την Μίνα, εκ των αδερφών Τατά. Ο Μπάμπης έλυνε ασκήσεις σωστά, μέχρι που περνάει από πάνω η δασκάλα και παρατηρεί ότι γράφει από τα δεξιά προς τα αριστερά, σαν τους Άραβες. Τα παίρνει τότε, αρπάζει τον Μπάμπη από τα μαλλιά και τον βάζει να σβήσει όλες τις ασκήσεις ενώ τις είχε κάνει σωστές.

Όντας σοκαρισμένος από όλα αυτά, πάω στον διευθυντή και τα αναφέρω. Μου λέει δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, αν θες απευθύνσου στο συνήγορο του παιδιού. Κάτι που έκανα. Και μου απάντησαν ότι χωρίς την συγκατάθεση του γονέα δεν μπορούν να κάνουν κάποιου είδους έρευνα στους ενόχους. Έτσι κι αλλιώς, μετά από μερικές μέρες είδα την μαμά του Μπάμπη έξω από το σχολείο με κατεβασμένο το κεφάλι να ακούει τον διευθυντή να της τα χώνει για το παιδί της. Έτσι είναι αν ζεις στην κωλοεπαρχία, αντί να ζητάς απόδοση ευθυνών, φοβάσαι μην στιγματιστείς εσύ και το παιδί σου. Ή και όχι μόνο στην επαρχία. Βέβαια στην επαρχία, είναι πιο εύκολο μάλλον να έρθει αυτός που χτύπησε το παιδί και να σου δείχνει στο Street View το σπίτι σου στην Αθήνα και μαιάνδρους στο κινητό.

Ωραία τα πράγματα στο σχολείο, όσο και εκτός. Μια μέρα έξι το πρωί πήγα να πάρω το πρώτο-πρώτο ΚΤΕΛ για να κατέβω σε μια απεργία στην Αθήνα. Το πρακτορείο ήταν βασικά ένα καφέ-ψιλικατζίδικο που έβγαζε και εισιτήρια. Ξυπνάω με καλή διάθεση – θα κατέβω σε μια απεργία στην Αθήνα ρε πούστη και δεν θα βλέπω τους χρυσαυγίτες – αλλά όταν φτάνω στο πρακτορείο-καφέ-ψιλικατζίδικο μου κόβονται τα πόδια. Εκεί που περίμενα να είναι άδειο το μπουρδελάκι να μπορέσω να διαβάσω κάτι με την ησυχία μου, ήταν φίσκα στους κωλοχωριάτες. Τι σκατά κάνουν έξι το πρωί ρε μαλάκα; Αφού εγκαταλείπω κάθε ελπίδα να κάτσω κάπου μόνος – τα είχαν πιάσει όλα τα τραπέζια – αναγκάζομαι να κάτσω σε μια καρέκλα στο τραπέζι δυο εξηντάρηδων λιγδιάρηδων και να τους πω και καλημέρα. Αφού μιλούσαν τόσο δυνατά που ούτε να ακούσω Darkthrone στα ακουστικά μου δεν μπορούσα, τελικά διαπιστώνω ότι μόλις είχαν γυρίσει από κάποιο κωλόμπαρο-μπουρδέλο και λένε για τις Βουλγάρες που γάμησαν και τι ωραία πίπα που του έπαιρνε η παλιοπουτάνα. Ευτυχώς που δεν είχα πάρει τίποτα να φάω δηλαδή, γιατί ακόμα και ο σκατοκαφές που μου είχε φτιάξει η βρωμοβλάχα του πρακτορείου-καφέ-ψιλικατζίδικου πήγαινε να μου βγει από την μύτη με αυτά που άκουγα σε συνδυασμό με την ακατανίκητη κοσμική βοθρίλα του καμπινέ.

Αν οι αναχωρήσεις από αυτό το μέρος ήταν το πολύ εμετικές, οι αφίξεις ήταν στα όρια της απειλής της σωματικής μου ακεραιότητας. Γυρνώντας από την Αθήνα μετά από τριήμερο 25ης Μαρτίου πήρα μαζί μου και την κοπέλα που τα είχα τότε να κάτσουμε μερικές μέρες μαζί. Και αυτή ήταν και η τελευταία φορά που ήρθε. Κατεβαίνουμε από το ΚΤΕΛ στο άλλο χωριό και ανεβαίνουμε στο λεωφορείο ανταπόκρισης για να μας πάει στο χωριό. 8 το βράδυ, είχε σκοτεινιάσει. Είμαστε μόνο εμείς και ο οδηγός. Χαμηλώνει τα φώτα της καμπίνας και βάζει σκυλάδικα στην διαπασών. ΟΟΟΟΚΚΚΚ. Και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι δεν πάει από τον κανονικό επαρχιακό δρόμο αλλά από κάποιον χωματόδρομο μέσα από το δάσος. Τα σκυλάδικα στην διαπασών, τα φώτα σβηστά και να πηγαίνει γαμιώντας. Ωραία θα βρεθούμε τεμαχισμένοι και οι δύο σε καμιά λακκούβα. Πάω δειλά-δειλά στον οδηγό και του ζητάω ήσυχα και απλά να χαμηλώσει λίγο την μουσική και να ανεβάσει λίγο τα φώτα. Τώρα θα βγάλει το περίστροφο. Κάτι μουρμουρίζει στα βλάχικα και χαμηλώνει την μουσική. Νταξ, μάλλον θα τον γλυτώσουμε απόψε τον τεμαχισμό.

iii.

Νέος Σεπτέμβρης, νέα περιοχή, νέα σχολεία. Μεγαλύτερη πόλη, πιο κοντά στην Αθήνα. Ας την πούμε Πύρρη. Λιγότερη απανθρωπιά;

Ήταν ένα δευτεράκι, ας την πούμε Χρυσούλα. Έμενε με την γιαγιά της – οι γονείς της ήταν ναρκομανείς. Ερχόταν πάντα με βρώμικα ρούχα και είχε στα μάτια της το βλέμμα του αγριμιού. Κανένα κορίτσι δεν την έκανε παρέα και πάντα την κορόιδευαν. Και αυτή κυνηγούσε και χτυπούσε όλα τα παιδιά. Ήταν πάντα ένα αγρίμι – εκτός από τότε που τους μάθαινα παιδικά αγγλικά τραγουδάκια και χορεύαμε το “Head Shoulders Knees and Toes.” Τότε τα μάτια της έλαμπαν και ένιωθα ότι αξίζει να είμαι εκπαιδευτικός.

Μια μέρα την ώρα που είχα κενό και έβγαζα φωτοτυπίες στο γραφείο, ήρθε η Χρυσούλα μέσα. Μασουλούσε ένα σάντουιτς και της τρέχανε οι μύξες. Έβγαζε το μαρούλι από το σάντουιτς με το χέρι της και το έβαζε στο στόμα της. Οι μύξες πήγαιναν πάνω στο μαρούλι, στο στόμα και στο σάντουιτς και η Χρυσούλα δεν μπορούσε να κατεβάσει το χαρτί του σάντουιτς. Ώσπου μια δασκάλα άρχισε να ουρλιάζει στην καθυστερημένη και βρωμιάρα Χρυσούλα, της άρπαξε το σάντουιτς και το πέταξε στα σκουπίδια και πήρε την γιαγιά της τηλέφωνο να τσακιστεί να έρθει να την πάρει.

Πέρασε μια βδομάδα και η Χρυσούλα άφαντη. Όταν ρώτησα την δασκάλα της που χάθηκε, εκείνη μου είπε αδιάφορα «την στείλαμε στο ειδικό σχολείο».

Ήταν ένα τριτάκι, ας τον πούμε Βασίλη. Αλβανάκι, πολύ αδύνατο και πάντα χλωμό, άυπνο και αγέλαστο. Με ένα γλυκό ολοστρόγγυλο κεφαλάκι και φαγωμένα τα μαλλιά από τριχοφάγο. Ο Βασίλη δεν μιλούσε ποτέ και καθόταν πάντα μόνος του. Σε κάθε εφημερία μου, καθόμουν μαζί του και ζητούσα από τα άλλα παιδιά να παίξουν μαζί του. «Κύριε δεν μιλάει ελληνικά». «Αστον, καθυστερημένο είναι, ούτε μια λέξη ελληνικά δεν ξέρει» μου έλεγε η δασκάλα του.

Λίγες μέρες πριν κλείσουμε για τα Χριστούγεννα, έφτιαξα για κάθε παιδί ένα μικρό τριγωνικό μπισκοτόσπιτο από πτι-μπερ, με ζαχαρόπαστα για χιόνι και ένα σοκολατάκι Kinder μέσα στο σπιτάκι. Το πιο ωραίο σπιτάκι το κράτησα για τον Βασίλη και του έβαλα έξτρα τρούφα πάνω από την ζαχαρόπαστα. Ήταν η πρώτη φορά που μου χαμογέλασε. Και ήταν η πρώτη φορά που άκουσα την φωνή του. “Thank you.”

Το επόμενο πρωί – ένα παγωμένο πρωί, όπως κάθε χειμωνιάτικο πρωινό στην Πύρρη – μπήκα στο γραφείο των δασκάλων και όλοι ήταν σιωπηλοί. Κάποιες δασκάλες κλαίγανε. «Τι έγινε ρε παιδιά;» «Ο Βασίλη» μου λέει η δασκάλα του με το make-up να χύνεται στα μάγουλα της.

Ο Βασίλη ζούσε σε ένα ξύλινο σπίτι δίπλα σε ένα χωράφι, 2-3 χιλιόμετρα μακριά από το σχολείο. Οι γονείς του δούλευαν πρωί-βράδυ και τα βράδια ήταν πάντα με τον αδερφό του που πήγαινε γυμνάσιο. Το βράδυ της ημέρας που του έδωσα το μπισκοτόσπιτο είχανε ανάψει την ξυλόσομπα τους. Είχε πολύ κρύο. Εκείνο το βράδυ εγώ δεν είχα μπορέσει να κοιμηθώ από το κρύο. Οι δάσκαλοι είπαν ότι μια φλόγα πετάχτηκε από την ξυλόσομπα και το σπίτι του Βασίλη πήρε φωτιά. Ο αδερφός του Βασίλη κατάφερε να βγει έξω, όμως όταν ο Βασίλη προσπάθησε να βγει δεν μπορούσε να ανοίξει το πόμολο γιατί τσουρούφλιζε. Ο αδερφός του είπε ότι αρχικά πήγαν να βγουν μαζί, όμως ο Βασίλη ξαναέτρεξε μέσα για να πάρει το μπισκοτόσπιτο του.

Από ότι έμαθα, οι γονείς του Βασίλη πήραν το σώμα του για να το θάψουν στην Αλβανία. Και η δασκάλα του Βασίλη, του καθυστερημένου Βασίλη που δεν ήξερε ούτε λέξη ελληνικά πήρε μια βδομάδα άδεια για να διαχειριστεί το σοκ και το πένθος της.

iv.

Έχουν περάσει τα χρόνια. Έχω καταφέρει να είμαι πλέον στην Αθήνα, αν και συνεχίζω κάθε χρόνο να πηγαίνω σε διαφορετικά σχολεία. Φέτος είμαι – ας πούμε – στην Νέα Πέραμο σε λύκειο, μετά από πολλά χρόνια στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τα παιδιά είναι αξιαγάπητα. Δύο κορίτσια, ας τα πούμε Μαρία-Ελένη και Αλεξία, τα βλέπω σαν μικρές μου αδερφές, δύο πλάσματα τόσο έξυπνα και συμπονετικά που θέλω να τα προστατέψω από κάθε κακό. Γιατί για τους παλιότερους καθηγητές, πολλοί μαθητές είναι σκουπίδια, αλήτες και καμένα χαρτιά. Είναι ούγκανοι, κάνουν μπάφους στο σχολείο και πάνε γήπεδο για να τα σπάσουν. Είναι κι ένας αυτιστικός, ας τον πούμε Χριστόφορο, που η μάνα του δεν δέχεται να του βάλουν παράλληλη στήριξη και για αυτό οι καθηγητές θέλουν να διώξουν το παιδί.

Σε αυτό το σχολείο οι καθηγητές είναι – εκτός από Δελμούζοι που κάνουν και γαμώ την παιδαγωγική – ανακριτές, δικαστές, ένορκοι και τιμωροί. Κάθε φορά που γίνεται κάτι με τους ούγκανους, τους φέρνουμε στο γραφείο και τους ανακρίνουμε στις συνεδριάσεις του συλλόγου διδασκόντων. Στην συνέχεια, προτείνει ο διευθυντής την ποινή. Και συνήθως οι διευθυντές, σαν εισαγγελείς, προτείνουν πιο βαριές τιμωρίες. Όταν, κάποια στιγμή, ήρθε στο σχολείο ένας καθηγητής με κατηγορίες για χούφτωμα μαθήτριας για να αναπληρώσει έγκυο συνάδελφο και τα κορίτσια έρχονταν συνέχεια και λέγανε ότι τους ασκεί σεξουαλική παρενόχληση, τότε δεν έγινε καμία ανάκριση, κανένας σύλλογος. Κανένας δεν είπε τίποτα. Εκτός από μένα.

Και από μια συνάδελφο, ας την πούμε Μ87*, που ήρθε τον Νοέμβριο στο σχολείο για να αναπληρώσει μια άλλη έγκυο. Είναι η μόνη που μπήκε στην διαδικασία να αγαπήσει τα παιδιά και η μόνη που τόλμησε να μιλήσει για την σεξουαλική παρενόχληση και για τα άλλα προβλήματα του σχολείου. Όταν είδα για πρώτη φορά την Μ87* σκέφτηκα «τι ψωνάρα είναι αυτή». Όμως έτυχε την επόμενη μέρα να κάτσουμε για καφέ σε έναν σχολικό περίπατο, και τότε είδα τα μάτια της και το πρόσωπο της. Και όταν μου μίλησε για τον Ρανσιέρ και εγώ της είπα για τον Μπένγιαμιν, τότε κάτι μέσα μου λύγισε. Συνηθίζω να συνδέω τους ανθρώπους και ότι αισθάνομαι για αυτούς με την μουσική. Από την ημέρα που είδα τα μάτια της σκέφτηκα το “4(E+D)4(ER=EPR)” του William Basinski, ένα ambient τραγούδι με αφετηρία τα βαρυτικά κύματα που συνέλαβε το παρατηρητήριο LIGO και επιστήμονες κατέγραψαν με συμβολικούς ήχους για να αναπαραστήσουν το πώς ακούστηκε η συνένωση δύο μαύρων τρυπών πριν από 1.3 δισεκατομμύρια χρόνια. Ένα τραγούδι που δεν σταμάτησα να σκέφτομαι από τότε που την είδα, γιατί ένιωθα σαν να είναι αυτή μια μαύρη τρύπα, κάτι τόσο απέραντο, απροσδιόριστο και αδύνατο να δεις που μπορεί να μην πιστεύεις ότι υπάρχει, κάτι που σε τραβάει χωρίς να μπορείς να ξεφύγεις και που δεν θα δεις ποτέ, ακόμα και όταν σε ρουφήξει. Έχοντας φτάσει σχεδόν 40 χρονών, πρώτη φορά στην ζωή μου ένιωσα ότι μια γυναίκα μπορούσε να με τραβήξει και να διαπεράσει τον τοίχο που είχα χτίσει για να μην μπορέσει ποτέ κανένας να καταλάβει την πίκρα που νιώθω από παιδί. Και όταν ένιωσα ότι ήταν έτοιμη να τρυπήσει τον τοίχο μου, τότε προσπάθησα να ζωντανέψω εκείνο το απόσπασμα από το Tar Baby της Toni Morrison για τον ανέφικτο έρωτα μεταξύ του Son, ενός κακοποιού που για να ξεφύγει από την φυλακή ξεβράζεται στις ακτές ενός νησιού της Καραϊβικής, και της Jadine, μιας πανέμορφης – αλλά ανίκανης να ενσωματωθεί στα πρότυπα – απόφοιτης της Σορβόννης:

Desperately in love with a woman he could not risk loving because he could not afford to lose her. For he if he loved and lost this woman whose sleeping face was the limit his eyes could safely behold and whose wakened face threw him into confusion, he would surely lose the world. So he made himself disgusting to her. Insulted and offender her. Gave her sufficient cause to help him keep his love in chains and hoped to God the lock would hold. It snapped like a string.

Έτσι κι εγώ έσπασα σαν μια χορδή, γιατί η βαρυτική έλξη της Μ87* ήταν ισχυρότερη από την θέληση μου να αρνούμαι τον εαυτό μου και την ζωή. Και για μια στιγμή, ένιωσα ότι μπαίνοντας μέσα στον ορίζοντα γεγονότων, μπορούσα να δω έναν ορίζοντα πέρα από ότι είχα ζήσει μέχρι τότε.

Μέχρι που τα παιδιά τόλμησαν να κάνουν κατάληψη για να διαμαρτυρηθούν για την εκμηδένιση της ανθρώπινης ζωής και της νιότης που τόσο πάλευε να εδραιώσει η κυβέρνηση και το κεφάλαιο. Και επειδή την κατάληψη την πραγματοποίησαν τα σκουπίδια και τα καμένα χαρτιά, οι Δελμούζοι αυτού του κόσμου αποφάσισαν να χύσουν όλο το δηλητήριο που είχαν μέσα τους και να εκδικηθούν τα παιδιά. Στο πρόσωπο ενός 17χρονου – ας τον πούμε Ηρακλή – που έχασε τον πατέρα του πριν τρία χρόνια από καρκίνο και ενός ακόμα 17χρονου που θα έμενα από απουσίες, ας τον πούμε Στράτο. Και μαζί με αυτόν που θα στηνόταν στο εκτελεστικό απόσπασμα, να εξορίσουν και τους δύο ηθικούς αυτουργούς της παραβατικότητας και της αλητείας στο σχολείο.

Όταν πραγματοποιήθηκε το έκτακτο στρατοδικείο, οι Δελμούζοι-δικαστές έκαναν απολύτως σαφές ο σκοπός δεν ήταν η πάταξη της παραβατικότητας στο σχολείο. Ο σκοπός ήταν να πάρουν ρεβάνς για ότι έγινε τα προηγούμενα χρόνια και για ότι δεν επιτρέψαμε η Μ87* κι εγώ να συμβεί φέτος. Το μέσο για να γίνει αυτό ήταν η μετατροπή του συλλόγου σε show trial (που λένε και στο χωριό μου) και να διαλύσουν εμάς τους δύο. Και αφού εγώ δεν δέχτηκα την τιμωρία των σκουπιδιών, εκφόβισαν την Μ87* για να απαρνηθεί αυτό που ήταν – και αυτό που ήμασταν – και να με απομονώσουν. Έτσι λοιπόν δέχτηκα όλα τα χτυπήματα, κατηγορήθηκα ως υποκινητής και νομιμοποιητής της παραβατικότητας, ως οπαδός της βίας. Και ούτε ένας συνάδελφος δεν μίλησε, ούτε ένας δεν ήρθε κατ’ ιδίαν να μου πει ότι διαφωνεί. Και η μαύρη τρύπα τελικά με εκτόξευσε, σαν σχετικιστικό πίδακα, έξω από τον γαλαξία της.

v.

Μέρες τώρα προσπαθώ να τελειώσω αυτό το παραμύθι. Ένιωθα ότι για να τελειώσει έπρεπε πρώτα να πληγωθώ για αυτό που τολμώ να ζω τώρα. Είναι μεσάνυχτα, είμαι πάνω στην κορυφή του Σχιστού και βλέπω την θάλασσα. Τα καράβια στον Πειραιά, τα φώτα της Σαλαμίνας, την παραλιακή, τα διυλιστήρια, την Νέα Πέραμο. Κάπου εκεί ο Ηρακλής, ο Στράτος και τα αλάνια θα κάνουν τους μπάφους τους. Κάπου εκεί η Αλεξία και η Μαρία-Ελένη θα κλαίνε προσπαθώντας να βγάλουν την ύλη για τις πανελλήνιες. Κάπου πιο ανατολικά η Μ87* θα διαβάζει ή θα γράφει ποιήματα ή θα κοιμάται.

Από τα ηχεία του αυτοκινήτου παίζουν on repeat το “Für Alina” και το “Salve Regina” του Arvo Pärt. Αυτές οι μικρές νότες του πιάνου που αντηχούν σαν καμπάνες και που φτιάχτηκαν για να μπορεί κάθε χορταράκι να είναι τόσο σημαντικά όσο ένα λουλούδι. Και στο μυαλό μου τριγυρίζουν τα εξόριστα παιδιά της Εύας, ας τα πούμε Άκη, Μιχάλη, Μπάμπη, Χρυσούλα, Βασίλη, Μαρία-Ελένη, Αλεξία, Περικλή, Στράτο. Και αναγνωρίζω ότι κάθε τι μεγάλο είναι χτισμένο πάνω στην θλίψη.

Του χρόνου θα προσπαθήσω να είμαι πάλι στο ίδιο σχολείο. Ξέρω τι θα πείτε. Πάλι μαλακισμένη επιλογή θα κάνω.

 

Τίποτα από ότι διάβασες δεν είναι αλήθεια

Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη

Όλα είναι σότια

Απλά ήμουν πάνω στο βουνό μου και το βουητό από ένα όνειρο μου

Έτσι περπάτησα πάνω στο νερό και ξεβράστηκα στο νησί σας

Εκεί, στο πιο απόμακρο σημείο που ούτε οι κάτοικοι του δεν το γνώριζαν

Βρήκα το ξέφωτο σου

Κάτι ουσιώδες φύτρωσε εκεί

Όμως δεν μπορούσε να μεγαλώσει

παρά μόνο με

ψευδώνυμα

 

Τώρα είμαι πάλι πάνω στο βουνό μου

Τα χέρια μου μάτωσαν ανεβαίνοντας τους βράχους

Και κοιτάω το νησί σας γνωρίζοντας ότι θα ξαναξεβραστώ εκεί

 

Πάντα καθοδηγούμενος από την θέληση μου να αρνούμαι

 

 

(-δ)